Γράφει ο Καλόγηρος Κωνσταντίνος
Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σήμερα σε ένα ιδιότυπο σημείο καμπής, όπου η κόπωση συναντά την παραίτηση και η ελπίδα μοιάζει με πολυτέλεια περασμένων δεκαετιών. Μετά από δεκαέξι χρόνια συνεχούς οικονομικής πίεσης —από τα μνημόνια έως την ενεργειακή κρίση και τον πληθωρισμό— οι αντοχές των πολιτών δεν έχουν απλώς εξαντληθεί· έχουν στερέψει. Σε αυτό το τοπίο, το πολιτικό σύστημα φαντάζει στα μάτια των πολλών ως ένας μηχανισμός που ανακυκλώνει προβλήματα αντί να παράγει λύσεις, δημιουργώντας ένα κενό που αναζητά απεγνωσμένα το «νέο» και το «άφθαρτο».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η αντιπολίτευση
Μέσα σε αυτή την απαξίωση, η κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν ερμηνεύεται απαραίτητα ως μια καθολική αποδοχή ενός οράματος, αλλά ως το αποτέλεσμα μιας ψυχρής σύγκρισης. Όσο η εναλλακτική πρόταση παραμένει θολή ή κατακερματισμένη, ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας στρέφεται προς τη σημερινή διακυβέρνηση ως την «καλύτερη επιλογή» ή ως το «μη χείρον βέλτιστον».
Η σταθερότητα, ακόμη και αν συνοδεύεται από τη διαχείριση της ανέχειας, φαντάζει προτιμότερη από το άγνωστο ρίσκο για ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας. Ειδικά μετά το “στοίχημα” ΣΥΡΙΖΑ που κατέληξε στο κλείσιμο των τραπεζών και των υπόλοιπων γνωστών γεγονότων.Είναι η πολιτική της αυτοσυντήρησης, ένας κόσμος εξουθενωμένος προτιμά τη γνώριμη δυσκολία από μια νέα περιπέτεια που δεν εγγυάται τη δικαίωση.
Η Παγίδα του Αντισυστημικού Λόγου
Το κενό που αφήνει η έλλειψη μιας πειστικής, θεσμικής πρότασης έρχονται να καλύψουν οι λεγόμενες αντισυστημικές δυνάμεις. Ο καταγγελτικός λόγος είναι ελκυστικός· λειτουργεί ως βαλβίδα αποσυμπίεσης για την οργή και την αίσθηση αδικίας. Ωστόσο, η ιστορία έχει δείξει πως η καταγγελία από μόνη της είναι ανεπαρκής για την κατάληψη και, κυρίως, για τη διατήρηση της εξουσίας.
Η διαμαρτυρία μπορεί να συγκεντρώσει ψήφους, αλλά δεν μπορεί να διοικήσει.
Το «όχι» προσφέρει ταυτότητα, αλλά το «πώς» είναι αυτό που χτίζει μέλλον.
Χωρίς ένα ρεαλιστικό σχέδιο διακυβέρνησης που να απαντά στις σύγχρονες προκλήσεις, ο αντισυστημισμός παραμένει ένας θορυβώδης θεατής, ανίκανος να προσφέρει την πραγματική επανεκκίνηση που ζητά η κοινωνία.
Το Δυτικό Αδιέξοδο και η Ελληνική Ιδιαιτερότητα
Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι αμιγώς ελληνικό. Ολόκληρος ο δυτικός κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες πολιτικών που συχνά μοιάζουν αποκομμένες από τις ανάγκες της βάσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, εγκλωβισμένη σε γραφειοκρατικές ακαμψίες γεωπολιτικές αβεβαιότητες και λάθος πολιτικές , δυσκολεύεται να πείσει ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο από το παρόν.
Για την Ελλάδα, όμως, το βάρος είναι διπλό. Η οικονομική αιμορραγία των προηγούμενων ετών έχει αφήσει το κοινωνικό σώμα χωρίς «λίπος» για να αντέξει νέους κραδασμούς. Το υπαρξιακό αδιέξοδο έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ οι πολίτες αντιλαμβάνονται πως το παρόν μοντέλο είναι οριακό, δεν βλέπουν στον ορίζοντα μια δύναμη που να συνδυάζει την ηθική ακεραιότητα με την τεχνοκρατική επάρκεια.
Η επανεκκίνηση που ζητά ο κόσμος δεν θα έρθει μέσα από μαγικές συνταγές ή οργισμένα συνθήματα και η δημιουργία ενός νέου μεγάλου θεσμικού πόλου ως επιλογή φαντάζει ακόμη μακρινή. Μέχρι τη δημιουργία της εναλλακτικής αυτής επιλογής, η ελληνική πολιτική σκηνή θα παραμένει σε μια κατάσταση στασιμότητας, όπου η κυβέρνηση θα επιβιώνει λόγω της απουσίας ισχυρού αντιπάλου πόλου και η κοινωνία θα περιμένει, με φθίνουσα υπομονή, μια αληθινή διέξοδο από το γκρίζο δίνοντας την ευκαιρία σε μικρότερα κόμματα να δείξουν ό,τι αξίζουνε να καταστεί ένα από αυτά η ναυαρχίδα αυτής της εναλλακτικής επιλογής .
















