Φορολογικός ανταγωνισμός: Τα δυνατά χαρτιά και οι «πληγές» της Ελλάδας

Στην 23η θέση η χώρα μας μεταξύ των 38 χωρών του ΟΟΣΑ – Τι δείχνει η έκθεση του Tax Foundation για το 2026

Δυνατά χαρτιά στη φορολογία των μερισμάτων και των επιχειρηματικών κερδών αλλά και μεγάλες αδυναμίες στον ΦΠΑ, στους φόρους της ακίνητης περιουσίας και στη φορολογική μεταχείριση των επιχειρηματικών ζημιών εμφανίζει η Ελλάδα στον διεθνή φορολογικό ανταγωνισμό. Παρά τις παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, η χώρα παραμένει καθηλωμένη στην 23η θέση μεταξύ των 38 χωρών του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας 2026 του αμερικανικού Tax Foundation, που δημοσιεύεται στην Ελλάδα από το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ).

Η συνολική βαθμολογία της Ελλάδας βελτιώθηκε οριακά, από τις 65,7 μφονάδες το 2025 στις 65,9 φέτος, χωρίς όμως να αλλάξει η θέση της στην κατάταξη. Η έκθεση, η οποία αξιολογεί την ανταγωνιστικότητα και την ουδετερότητα των φορολογικών συστημάτων και όχι μόνο το ύψος των φόρων, αποκαλύπτει μια χώρα δύο ταχυτήτων: στην πρώτη πεντάδα του ΟΟΣΑ στη φορολογία φυσικών προσώπων, αλλά στις τελευταίες θέσεις στη φορολογία κατανάλωσης και ιδιοκτησίας.

Η ακτινογραφία της φορολογίας
Στις πέντε βασικές κατηγορίες του δείκτη η Ελλάδα καταλαμβάνει:

5η θέση στη φορολογία φυσικών προσώπων
19η θέση στους κανόνες διασυνοριακής φορολόγησης
22η θέση στην εταιρική φορολογία
29η θέση στους φόρους κατανάλωσης
30ή θέση στους φόρους ιδιοκτησίας

Το μεγάλο πλεονέκτημα της Ελλάδας εντοπίζεται στη χαμηλή φορολόγηση των μερισμάτων, με συντελεστή μόλις 5%, έναντι 24,7% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Ο ελληνικός φόρος είναι σχεδόν πέντε φορές χαμηλότερος από τον μέσο όρο των χωρών του Οργανισμού. Στα θετικά περιλαμβάνεται και η απαλλαγή από τον φόρο υπεραξίας για κέρδη από την πώληση εισηγμένων μετοχών, όταν δεν υπάρχει ουσιαστική συμμετοχή στο κεφάλαιο της εταιρείας.

Ανταγωνιστικό πλεονέκτημα αποτελεί και ο εταιρικός φορολογικός συντελεστής, ο οποίος διαμορφώνεται στο 22%, έναντι 24,2% στον ΟΟΣΑ.

Οι αδυναμίες
Στον αντίποδα, η φορολογία της κατανάλωσης παραμένει μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες. Η Ελλάδα έχει έναν από τους υψηλότερους κανονικούς συντελεστές ΦΠΑ στον ΟΟΣΑ στο 24%, αλλά ταυτόχρονα μία από τις πιο περιορισμένες φορολογικές βάσεις.

Σύμφωνα με την έκθεση, η βάση του ΦΠΑ αντιστοιχεί μόλις στο 44% της τελικής κατανάλωσης, εξαιτίας των εξαιρέσεων και των διαφοροποιήσεων στη φορολόγηση αγαθών και υπηρεσιών. Έτσι, παρά τον υψηλό βασικό συντελεστή, η Ελλάδα περιορίζεται στην 29η θέση ως προς την ανταγωνιστικότητα των φόρων κατανάλωσης.

Ακόμη χειρότερη είναι η εικόνα στους φόρους ιδιοκτησίας, όπου η χώρα βρίσκεται στην 30ή θέση. Η έκθεση εντοπίζει το πρόβλημα στη συσσώρευση διαφορετικών φορολογικών επιβαρύνσεων, από τις μεταβιβάσεις ακινήτων και τις κληρονομιές έως τις αυξήσεις κεφαλαίου και τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Στο ελληνικό σύστημα προβλέπεται επίσης ειδική εισφορά στις τράπεζες.

Η διεθνής κατάταξη
Στην κορυφή του δείκτη βρίσκεται για 13η συνεχόμενη χρονιά η Εσθονία, με βαθμολογία 100 μονάδες. Ακολουθούν η Λετονία με 92,5 μονάδες, η Νέα Ζηλανδία με 88,2, η Ελβετία με 86,8 και η Λιθουανία με 82,6 μονάδες. Το φορολογικό μοντέλο της Εσθονίας ξεχωρίζει καθώς επιβάλλει εταιρικό φόρο στα διανεμόμενα κέρδη, δίνοντας τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να επανεπενδύουν τα κέρδη που διακρατούν χωρίς άμεση φορολογική επιβάρυνση. Η Ελλάδα βρίσκεται πίσω από τη Γερμανία, η οποία καταλαμβάνει τη 19η θέση, και τη Φινλανδία, στην 22η, αλλά μπροστά από την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία. Στον πάτο της κατάταξης βρίσκονται η Ιταλία στην 36η θέση, η Κολομβία στην 37η και η Γαλλία στην 38η, με μόλις 45,7 μονάδες.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΚΕΦίΜ, Νίκος Ρώμπαπας, «η διατήρηση της Ελλάδας στην 23η θέση του Δείκτη υπενθυμίζει ότι, παρά τις σημαντικές βελτιώσεις των προηγούμενων ετών, εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια για την ενίσχυση της φορολογικής ανταγωνιστικότητας της χώρας. Η φετινή μελέτη εντοπίζει τα συγκεκριμένα πεδία στα οποία μπορούν να γίνουν παρεμβάσεις, όπως η διεύρυνση της φορολογικής βάσης του ΦΠΑ, ο εξορθολογισμός των φόρων ιδιοκτησίας και η βελτίωση των κανόνων συμψηφισμού επιχειρηματικών ζημιών».

Κύλιση στην κορυφή