Μισθοί και εισφορές: Διπλή ενίσχυση για τους εργαζομένους από το 2027

Από την 1η Απριλίου 2027 οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα θα μειωθούν κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα, με το σύνολο του οφέλους να μεταφέρεται στους μισθωτούς, ενισχύοντας το καθαρό μηνιαίο εισόδημά τους. Η μείωση θα προέλθει από τις εισφορές που κατευθύνονται στη ΔΥΠΑ, ενώ η απώλεια εσόδων θα καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό, μέσω μόνιμης αύξησης της κρατικής επιχορήγησης προς τη ΔΥΠΑ.

Το οικονομικό όφελος θα ανέρχεται σε περίπου 5 ευρώ τον μήνα για έναν εργαζόμενο με χαμηλό μισθό, ενώ για έναν μισθωτό με αποδοχές 2.000 ευρώ θα φτάνει τα 10 ευρώ μηνιαίως. Η ελάφρυνση αυτή, σε συνδυασμό με τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού κατά 40 ευρώ από τον Απρίλιο του 2027 και κατά επιπλέον 40 ευρώ από τον Ιανουάριο του 2028, αναμένεται να προσφέρει σημαντική ενίσχυση στο εισόδημα των χαμηλόμισθων.

Ενδεικτικά, ένας εργαζόμενος ηλικίας 23 ετών, χωρίς τριετίες, θα δει τον μικτό του μισθό να αυξάνεται από τα 920 στα 960 ευρώ τον Απρίλιο του 2027, ενώ οι ασφαλιστικές εισφορές του θα είναι μειωμένες κατά 0,5%. Από τον Ιανουάριο του 2028 ο μικτός μισθός του θα διαμορφωθεί στα 1.000 ευρώ. Σε καθαρούς όρους, οι μηνιαίες αποδοχές του θα αυξηθούν από 797 σε 836 ευρώ τον Απρίλιο του 2027 και στα 871 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028. Σε ετήσια βάση, αυτό μεταφράζεται σε επιπλέον καθαρό εισόδημα 414 ευρώ το 2027 και 1.040 ευρώ το 2028, σε σύγκριση με τις σημερινές αποδοχές.

Για τον ΕΦΚΑ, το δημοσιονομικό κόστος του μέτρου υπολογίζεται σε 163 εκατ. ευρώ για το 2027 και σε 218 εκατ. ευρώ για το 2028, δηλαδή αντίστοιχη απώλεια εσόδων. Ωστόσο, εκτιμάται ότι οι θετικές επιπτώσεις από την εφαρμογή της ρύθμισης θα περιορίσουν την απώλεια αυτή. Βασικό επιχείρημα είναι ότι τα έσοδα του ΕΦΚΑ παρουσιάζουν ήδη αυξητική τάση, λόγω τόσο της ανόδου του κατώτατου και του μέσου μισθού όσο και της αύξησης της απασχόλησης.

Με βάση τα στοιχεία του ΕΦΚΑ, κάθε αύξηση κατά 1% του κατώτατου μισθού οδηγεί, κατά προσέγγιση, σε αύξηση των ασφαλιστέων αποδοχών κατά 244 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Επομένως, η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 4,5% από την 1η Απριλίου εκτιμάται ότι θα ενισχύσει τα έσοδα του ΕΦΚΑ κατά περίπου 630 εκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό θεωρείται επαρκές για να καλύψει το κόστος της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών.

Η μείωση του μη μισθολογικού κόστους αποτελεί διαχρονικό αίτημα των εργοδοτικών φορέων, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η υψηλή φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση αυξάνει σημαντικά το κόστος εργασίας, χωρίς το αντίστοιχο όφελος να καταλήγει στους εργαζομένους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο σημερινός κατώτατος μισθός των 920 ευρώ, ο οποίος επιβαρύνει την επιχείρηση με συνολικό κόστος περίπου 1.120,5 ευρώ τον μήνα. Την ίδια στιγμή, ο εργαζόμενος λαμβάνει καθαρά 771,7 ευρώ, μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών ύψους 123 ευρώ και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών, που ανέρχεται σε 25,3 ευρώ.

Με τη νέα μείωση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα, οι συνολικές ασφαλιστικές εισφορές στον ιδιωτικό τομέα θα έχουν υποχωρήσει από 40,56% το 2019 σε 34,66% το 2027, καταγράφοντας συνολική μείωση 5,9 ποσοστιαίων μονάδων. Ειδικότερα, η εισφορά των εργαζομένων θα μειωθεί από 15,75% σε 12,87%, ενώ η εργοδοτική εισφορά θα διαμορφωθεί από 24,81% σε 21,79%.

Οι διαδοχικές μειώσεις των ασφαλιστικών εισφορών αποτυπώνονται ως εξής:

  • 2020: εισφορά εργαζομένων 15,33% και εργοδοτών 24,33%, με συνολικό ποσοστό 39,66%.
  • 2021: εισφορά εργαζομένων 14,12% και εργοδοτών 22,54%, με συνολικό ποσοστό 36,66%.
  • 2022: εισφορά εργαζομένων 13,87% και εργοδοτών 22,29%, με συνολικό ποσοστό 36,16%.
  • 2025: εισφορά εργαζομένων 13,37% και εργοδοτών 21,79%, με συνολικό ποσοστό 35,16%.
  • 2027: εισφορά εργαζομένων 12,87% και εργοδοτών 21,79%, με συνολικό ποσοστό 34,66%.

Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση, οι εισφορές των εργαζομένων στην Ελλάδα παραμένουν μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωζώνη. Με ποσοστό 13,35%, η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη θέση, πίσω από τη Γερμανία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 19,9%, και το Βέλγιο με 13,7%. Ο μέσος όρος των εισφορών των εργαζομένων στην Ευρωζώνη διαμορφώνεται στο 11,8%.

Αντίστοιχα, μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα κατατάσσεται στην πέμπτη θέση ως προς το ύψος των εισφορών που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι. Το μέσο ποσοστό εισφορών στις χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ ανέρχεται σε 9,5%, έναντι σημαντικά υψηλότερου ποσοστού στην Ελλάδα.

Κύλιση στην κορυφή