Τσίπρας: Καλύπτει πλήρως το ασφαλιστικό του 2016-Κατρούγκαλος, θα το ξαναέκανα

Αμετανόητος εμφανίστηκε ο πρώην υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Κατρούγκαλος, σε συζήτηση με τους δημοσιογράφους Γιώργο Πιέρρο και Δημήτρη Τάκη στο Action 24, σχετικά με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση που –όπως έχει κριθεί πολιτικά και κοινωνικά– «έπληξε» σοβαρά τους ελεύθερους επαγγελματίες.

Ο κ. Πιέρρος ρώτησε αν με την εμπειρία του σήμερα θα έκανε αυτοκριτική ή θα αναθεωρούσε τις αποφάσεις του. Η απάντηση του πρώην υπουργού ήταν σαφής:

«Σε αυτό που θεωρώ βασικές αρχές της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης (…) θεωρώ ότι η επιλογή ήταν επιλογή της Αριστεράς. Και δική μου επιλογή, βασισμένη σε αρχές.»

Ο Δημήτρης Τάκης επανήλθε, ζητώντας πιο συγκεκριμένη απάντηση για το καθεστώς εισφορών που είχε νομοθετηθεί για τους ελεύθερους επαγγελματίες:

Τάκης: «Ό,τι είχατε νομοθετήσει για τους ελεύθερους επαγγελματίες, θα το νομοθετούσατε πάλι;»

Κατρούγκαλος: «Αν ρωτάτε αν θα είχα ένα σύστημα εισφορών βασισμένο στο εισόδημα, ναι σας απαντώ, θεωρώ ότι αυτό είναι το σωστό.»

Τάκης: «Άρα την ίδια επιλογή θα κάνατε.»

Κατρούγκαλος: «Σε επίπεδο αρχών, ακριβώς η ίδια. Μπορεί να ήταν διαφορετική αν άκουγα από τους ελεύθερους επαγγελματίες μια άλλη πρόταση.»

Τι γράφει ο Αλέξης Τσίπρας στο βιβλίο του για την Ασφαλιστική Μεταρρύθμιση:

«Στην αναμέτρηση με τους έξω αισθανόμουν ότι δίναμε μία δίκαιη μάχη. Εκείνο που μου «έκοβε τα πόδια» ήταν οι κοινωνικές αντιδράσεις μέσα στη χώρα. Οι ιδέες, η ζωή. η διαδρομή μου, είχαν ταυτιστεί με εκείνο τον κόσμο της δουλειάς και του αγώνα, που τώρα όμως, σε κάποιες δύσκολες στιγμές βρισκόταν απέναντι μου. Και ήξερα ότι έχουν δίκιο, ότι κάποια μέτρα που έπρεπε να πάρουμε κόστιζαν όντως στη ζωή τους. Ιδιαίτερα για τους συνταξιούχους, ήξερα ότι κάποια αιτήματά τους ήταν δίκαια, παρόλα αυτά δεν είχα καμία δυνατότητα να τα ικανοποιήσω.

Και το να υπόσχεσαι, ή και να πιστεύεις, ότι πρέπει να περάσουν από το δύσκολο σήμερα για να έχουν ένα καλύτερο αύριο δεν αρκεί πάντα. Ούτε για αυτούς ούτε για σένα.

Οφείλαμε, ωστόσο, να επιμείνουμε και να αντέξουμε. Η κυβέρνηση βρέθηκε τότε μπροστά σε ένα μεγάλο κύμα κοινωνικών αντιδράσεων με επίκεντρο το ασφαλιστικό. Στην Αθήνα πραγματοποιήθηκε μεγάλη συγκέντρωση διαμαρτυρίας. Χιλιάδες επαγγελματίες – δικηγόροι, γιατροί, μηχανικοί, φαρμακοποιοί – εξέφρασαν την αντίθεσή τους στις σχεδιαζόμενες αλλαγές.

Οι βασικές αντιρρήσεις τους αφορούσαν την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών. Η πρόταση για υπολογισμό των εισφορών βάση του καθαρού εισοδήματος, που είχε ετοιμάσει ο Κατρούγκαλος, θεωρήθηκε άδικη, καθώς οδηγούσε σε υπέρογκες επιβαρύνσεις για όσους δηλώνουν υψηλότερα εισοδήματα. Επιπλέον η ενοποίηση των ταμείων σε ένα ενιαίο φορέα (ΕΦΚΑ) αντιμετωπίστηκε εκ μέρους των ελεύθερων επαγγελματιών με καχυποψία, καθώς υπήρχαν ανησυχίες για την απώλεια δικαιωμάτων και προνομίων, που είχαν κατοχυρωθεί σε ορισμένα επαγγελματικά ταμεία.

Όμως, αν θέλουμε να δούμε τα πράγματα λίγο βαθύτερα, οι αντιδράσεις και η συγκέντρωση εκείνη δεν υποδήλωναν μόνο την ανάδυση ενός οικονομικού αιτήματος η μιας στενά επαγγελματικής δυσαρέσκειας. Ήταν μία έκφραση βαθύτερης κοινωνικές δυσφορίας που αποτέλεσε τομή στην διαμόρφωση μίας νέας κοινωνικοπολιτικής δυναμικής. Η κυβέρνηση ΣυΡιζΑ που είχε στηριχθεί σε ένα πολυσυλλεκτικό προοδευτικό ακροατήριο, φάνηκε τότε να χάνει την επαφή με σημαντικά τμήματα της μορφωμένης επαγγελματικής μεσαίας τάξης.

Η στάση τους, των δικηγόρων κυρίως αλλά και των άλλων επαγγελματικών ομάδων, δεν ήταν αντίδραση μόνο σε ένα νέο οικονομικό βάρος, αλλά και σε μία πολιτική στρατηγική που, στα μάτια τους, δεν τους περιλαμβάνει πλέον κοινωνικού συμμάχους. Γιατί εμείς, στην προσπάθεια μας να υπερασπιστούμε μέσα σε συνθήκες λιτότητας τους πιο αδύναμους, τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, υποχρεωτικά μετά το πήγαμε ένα μέρος των βαρών στα μεσαία στρώματα.

Έτσι η κοινωνική συμμαχία λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων που είχαμε χτίσει, υπέστη μία σημαντική ρωγμή. Τμήμα αυτών των μεσαίων στρωμάτων, κουρασμένο από τα χρόνια οικονομικής ύφεσης και επαγγελματικής δυσπραγίας, άρχισε να απομακρύνεται από τα λαϊκά στρώματα.

Αυτό είχε μία σημαντική πολιτική συνέπεια, που την αντιληφθήκαμε σταδιακά. Επέτρεψε να κυριαρχήσει στο δημόσιο βίο μία νεοφιλελεύθερη ατζέντα, που βήμα βήμα, και με τη βοήθεια των ΜΜΕ αποδόμησε κοινωνικές αντιλήψεις και κατακτήσεις της μεταπολίτευσης.

Η Νέα Δημοκρατία υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος είχε εκλεγεί λίγες μέρες νωρίτερα από τη συγκέντρωση αυτή, αντιλήφθηκε αμέσως την ρωγμή στην κοινωνική μας συμμαχία. Υιοθέτησε ρητορική υπεράσπισης των ελεύθερων επαγγελματιών και διεκδίκησε το ρόλο του εκφραστή των μεσαίων στρωμάτων. Η αντίθεση στο Ασφαλιστικό έγινε για τη Νέα Δημοκρατία μητέρα όλων των μαχών, σύμβολο μιας γενικότερης σύγκρουσης, ανάμεσα σε μία κυβέρνηση που υποτίθεται τιμωρούσε την παραγωγική Ελλάδα και μια Αντιπολίτευση που εμφανιζόταν ως η φωνή της φιλελεύθερης μεταρρύθμισης.

… Αναμφίβολα, ο νόμος Κατρούγκαλου, που προκάλεσε αντιδράσεις ιδίως στα μεσαία στρώματα δεν ήταν χωρίς ατέλειες οι υπερβολές. Σε κάποιες κατηγορίες επαγγελματιών, οι εισφορές που προέκυψαν βάσει του νέου τρόπου υπολογισμού ήταν δυσανάλογη και οικονομικά εξαιρετικά επώδυνες και αδικίες. Αυτό όμως ήταν μόνο η μία όψη του νομίσματος.

Ο ίδιος ο Κατρούγκαλος επιδίωξε κάτι πολύ πιο σύνθετο: Να μετατοπίσει το ασφαλιστικό σύστημα από ένα κατακερματισμένο κι αν είσαι μοντέλο σε ένα ενιαίο και πιο προοδευτικό.

Δηλαδή, ένα σύστημα που θα στηριζόταν περισσότερο στην αλληλεγγύη και την αναδιανομή, με βασικό στόχο να προστατευτούν οι πιο αδύναμοι ασφαλισμένοι. Η πολιτική εξίσωση όμως ήταν δύσκολη σχεδόν αδύνατη.

Η κυβέρνηση είχε δεσμευτεί ρητά ότι δεν θα μειωθούν οι ονομαστικές κύρια συντάξεις, με εξαίρεση των 4000 € και πάνω, που αφορούσαν πολύ μικρό αριθμό συνταξιούχων.

Η προστασία της πλειονότητας των συντάξεων ιδίως των μικρών και μεσαίων, ήταν μια πολιτική κόκκινη γραμμή που δεν μπορούσα να παραβιαστεί χωρίς σοβαρό κοινωνικό και ηθικό κόστος.

Ωστόσο οι δανειστές απαιτούσαν δραστική μείωση της επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού από το συνταξιοδοτικό σύστημα. Ο στόχος ήταν να περιοριστεί μέχρι το 2060, σε βάθος δηλαδή 40 χρονών, το ποσό που διοχετευόταν κάθε χρόνο για την καταβολή συντάξεων από περίπου 19% στο 11% του Α.Ε.Π.

Έπρεπε λοιπόν να σχεδιαστεί η αρχιτεκτονική του συστήματος χωρίς να σπάσει η πολιτική δέσμευση αναφορικά με τις συντάξεις. Αν δεν μπορούσε να αυξηθεί ηλικίας συνταξιοδότησης, πέραν των 66 ετών, κάτι που είχε ήδη αγγίξει τα όρια ανοχής, και δεν υπήρχε περιθώριο περικοπών στις κύριες συντάξεις, το βάρος αναγκαστικά θα έπρεπε να μεταφερθεί στις εισφορές.

Για να κατανεμηθεί όμως αυτό το βάρος με δικαιότερο τρόπο, χρειάστηκε να εισαχθεί ένας προοδευτικός μηχανισμός υπολογισμού: Όσοι είχαν υψηλότερα εισοδήματα, η μεγαλύτερη φοροδοτική ικανότητα, θα πλήρωναν αναλογικά περισσότερα. Αυτό ήταν και το επίμαχο, αλλά θεμελιώδες, στοιχείο του νόμου: Εισοδηματική προοδευτικότητα στις ασφαλιστικές εισφορές, με στόχο να μην καταρρεύσει η αναδιανεμητική λειτουργία του ασφαλιστικού. Αν δεν υπήρχε αυτή η ρύθμιση το σύστημα θα γινόταν ουδέτερο ως προς την κοινωνική δικαιοσύνη και τελικά μη βιώσιμο, πολιτικά και κοινωνικά.

Πάρα λοιπόν τις σοβαρές υπερβολές της μεταρρύθμισης, ειδικά στον τρόπο εφαρμογής της εισοδηματικής κλίμακας τους ελεύθερους επαγγελματίες και επιστήμονες, αυτή ήταν η πρώτη σοβαρή και τολμηρή προσπάθεια εκλογίκευσης του συστήματος, ύστερα από δεκαετίες παρεμβάσεων και αποσπασματικών μεταρρυθμίσεων. Ήταν τελικά μία προσπάθεια συμβιβασμού ανάμεσα σε μία προσέγγιση κοινωνικής προστασίας και μια σκληρή δημοσιονομική πραγματικότητα. Και όπως κάθε συμβιβασμός που επιχειρεί να ενώσει αντιφατικά μεταξύ τους συμφέροντα, ενείχε αδικίες, ωστόσο επέτρεψε την διατήρηση της κοινωνικής συνοχής σε συνθήκες εξαιρετικά πιεστικές.

Κύλιση στην κορυφή