Αγωγή ύψους 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατέθεσε χθες, Τετάρτη 29 Ιανουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ κατά του υπουργείου Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών και της Υπηρεσίας Εσωτερικών Εσόδων (IRS), κατηγορώντας τις δύο υπηρεσίες για παράνομη αποκάλυψη των φορολογικών του δηλώσεων στα μέσα ενημέρωσης κατά τα έτη 2019 και 2020.
Η αγωγή κατατέθηκε στο ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μαϊάμι και στρέφεται κατά της IRS και του υπουργείου Οικονομικών, τα οποία – σύμφωνα με τους ενάγοντες – δεν έλαβαν τις απαιτούμενες δικλείδες ασφαλείας ώστε να αποτραπεί η διαρροή ευαίσθητων φορολογικών στοιχείων. Όπως αναφέρεται, υπεύθυνος για τη διαρροή ήταν ο πρώην υπάλληλος της IRS, Τσαρλς Λίτλτζον, ο οποίος φέρεται να διοχέτευσε τα στοιχεία σε μέσα ενημέρωσης με πολιτικό πρόσημο, μεταξύ των οποίων οι New York Times και η ProPublica.
Στην αγωγή συμμετέχουν, εκτός από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ, οι ενήλικοι γιοι του, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και Έρικ Τραμπ, καθώς και ο Οργανισμός Τραμπ. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι υπέστησαν σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη τόσο στη φήμη όσο και στα οικονομικά τους συμφέροντα, εξαιτίας ενεργειών που χαρακτηρίζουν είτε εκούσιες είτε αποτέλεσμα βαριάς αμέλειας από πλευράς των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών.
Η υπόθεση τοποθετεί τον Ντόναλντ Τραμπ σε μια ιδιότυπη θέση, καθώς στρέφεται νομικά κατά κυβερνητικών φορέων που υπάγονται στην εκτελεστική εξουσία των ΗΠΑ, της οποίας ο ίδιος ηγείται μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο το 2024. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο υπουργός Οικονομικών και υπηρεσιακός επίτροπος της IRS, Σκοτ Μπέσεντ, δεν περιλαμβάνεται στους εναγόμενους.
Ο Τραμπ έχει καταθέσει τα τελευταία χρόνια σειρά αγωγών εναντίον μεγάλων μέσων ενημέρωσης και εκδοτικών οργανισμών, διεκδικώντας αποζημιώσεις πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται αγωγή ύψους 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά των New York Times και του εκδοτικού οίκου Penguin Random House για δημοσιεύματα και βιβλίο που, σύμφωνα με τον ίδιο, είχαν στόχο να πλήξουν τις προοπτικές επανεκλογής του το 2024. Παράλληλα, έχει στραφεί νομικά κατά της Wall Street Journal για άρθρο που αφορούσε κάρτα γενεθλίων του Τζέφρι Έπσταϊν, καθώς και κατά του BBC για την επεξεργασία ομιλίας του πριν την εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου, διεκδικώντας σε κάθε περίπτωση αποζημίωση 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Όλες οι παραπάνω αγωγές, όπως και η υπόθεση κατά της IRS και του υπουργείου Οικονομικών, έχουν κατατεθεί ή υποστηριχθεί από τον δικηγόρο Αλεχάντρο Μπρίτο, με έδρα τη Φλόριντα. Στο κείμενο της τελευταίας αγωγής αναφέρεται ότι οι New York Times δημοσίευσαν τουλάχιστον οκτώ άρθρα και η ProPublica περισσότερα από 50, βασισμένα στις διαρροές του Τσαρλς Λίτλτζον.
Σύμφωνα με τους ενάγοντες, οι αποκαλύψεις αυτές προκάλεσαν σοβαρή βλάβη στη δημόσια εικόνα και την επιχειρηματική φήμη τους, δημόσια αμηχανία, οικονομικές απώλειες και παρουσίαση παραπλανητικών ή ψευδών στοιχείων, επηρεάζοντας αρνητικά τόσο τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ όσο και τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους.
Υπενθυμίζεται ότι ο Λίτλτζον κατηγορήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2023 για τη διαρροή φορολογικών αρχείων του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και χιλιάδων άλλων εύπορων Αμερικανών, με τις εισαγγελικές αρχές να κάνουν λόγο για ενέργειες με πολιτικά κίνητρα. Ο 40χρονος πρώην υπάλληλος της IRS δήλωσε ένοχος τον Οκτώβριο του ίδιου έτους για παράνομη αποκάλυψη φορολογικών πληροφοριών και τον Ιανουάριο του 2024 καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών.













