Η ΤτΕ ζητά περισσότερα κίνητρα για ηλεκτρονικές πληρωμές, αυστηρότερους ελέγχους κατά της φοροδιαφυγής και στοχευμένα μέτρα απέναντι στην ενεργειακή κρίση
Με τη φοροδιαφυγή να εξακολουθεί να «ανθεί» στις συναλλαγές με μετρητά, ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης των κινήτρων για τις ηλεκτρονικές πληρωμές.
Πώς οι ηλεκτρονικές πληρωμές περιορίζουν τη φοροδιαφυγή
Στη νέα έκθεση για τη νομισματική πολιτική επισημαίνει ότι η αύξηση των πληρωμών με κάρτες και η διευρυμένη χρήση των POS τα τελευταία χρόνια έχουν συμβάλει στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, ιδιαίτερα σε κλάδους με έντονη δραστηριότητα ελευθέρων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων.
Ωστόσο, τονίζει ότι η πρόοδος αυτή δεν επαρκεί από μόνη της για να κλείσει το «παράθυρο» των αδήλωτων συναλλαγών. Στο πλαίσιο αυτό, προκρίνει την επέκταση των φορολογικών κινήτρων προς τους καταναλωτές ως βασικό εργαλείο για τον περαιτέρω περιορισμό του «μαύρου χρήματος». Σύμφωνα με την ΤτΕ, τα κίνητρα και, γενικότερα, η ενίσχυση των ηλεκτρονικών πληρωμών θα πρέπει να συνδυαστούν με αυστηρότερους φορολογικούς ελέγχους, που θα συμβάλουν στη μείωση του κενού ΦΠΑ, αλλά και των αποκλίσεων μεταξύ κατανάλωσης και δηλωθέντων εισοδημάτων σε τομείς όπου τα μετρητά εξακολουθούν να έχουν τον πρώτο λόγο.
Μειώνεται το κενό ΦΠΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2023 το κενό ΦΠΑ στην Ελλάδα μειώθηκε στο 11,4% των δυνητικών εσόδων, από 24% το 2019, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώθηκε περίπου στο 9,5%. Η απόσταση, λοιπόν, έχει περιοριστεί σημαντικά, αλλά δεν έχει μηδενιστεί. Γι’ αυτό και η ΤτΕ συνδέει την περαιτέρω αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών με πιο στοχευμένους ελέγχους σε επαγγέλματα και δραστηριότητες όπου η απόκρυψη εισοδήματος παραμένει ευκολότερη.
Ραγδαία άνοδος στις ψηφιακές πληρωμές
Την ίδια στιγμή, τα δεδομένα από την ΤτΕ δείχνουν μια σαφή και σταθερή μετατόπιση των καθημερινών συναλλαγών προς το ψηφιακό χρήμα. Στα τέλη Μαρτίου, οι ενεργές κάρτες πληρωμών στην Ελλάδα ανήλθαν σε περίπου 23,6 εκατ., αυξημένες κατά 6% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η συντριπτική πλειονότητα, περίπου 85%, αφορά χρεωστικές κάρτες, ενώ αξιοσημείωτη άνοδο καταγράφουν και οι προπληρωμένες, που κερδίζουν συνεχώς έδαφος.
Παράλληλα, το πρώτο τρίμηνο του 2026 πραγματοποιήθηκαν σχεδόν 658,3 εκατ. συναλλαγές με κάρτα, αυξημένες κατά 11,7% σε ετήσια βάση, με τη συνολική τους αξία να διαμορφώνεται σε 18,45 δισ. ευρώ, από 16,7 δισ. ευρώ το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι η χρήση καρτών έχει πλέον παγιωθεί ως βασικό μέσο πληρωμών στην καθημερινότητα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ για το πρώτο εξάμηνο του 2025, το 73% των ηλεκτρονικών συναλλαγών στην Ελλάδα πραγματοποιείται με κάρτες, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα στις υψηλότερες θέσεις στην Ευρώπη, πίσω μόνο από την Πορτογαλία και την Κύπρο. Ωστόσο, διαφαίνεται μια ήπια ανακατανομή στο «μίγμα» των ψηφιακών πληρωμών, καθώς το μερίδιο των καρτών υποχωρεί οριακά, με την αύξηση να προέρχεται κυρίως από ηλεκτρονικό χρήμα, όπως οι προπληρωμένες κάρτες, αλλά και από μεταφορές πίστωσης.
Τι λέει η Τράπεζα της Ελλάδος για τις έκτακτες παρεμβάσεις
Για τη νέα ενεργειακή κρίση και τα έκτακτα μέτρα που λαμβάνονται, η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η ενίσχυση του πληθωρισμού λόγω του υψηλού κόστους της ενέργειας και των ειδών διατροφής δημιουργεί πιέσεις για τη λήψη πρόσθετων δημοσιονομικών παρεμβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό υπογραμμίζει ότι, δεδομένων των αναδιανεμητικών επιδράσεων του πληθωρισμού, τα μέτρα θα πρέπει να είναι στοχευμένα στις πλέον ευάλωτες εισοδηματικές ομάδες, ενώ αντίστοιχα στοχευμένη πρέπει να είναι και η στήριξη προς τις επιχειρήσεις, ανάλογα με την έκθεσή τους στις ανατιμήσεις της ενέργειας και τα προβλήματα στον εφοδιασμό.
Παράλληλα, τονίζει ότι ενδεχόμενες μειώσεις φορολογικών συντελεστών, λόγω της υψηλής εξάρτησης των εσόδων από τους έμμεσους φόρους, θα πρέπει να συνοδεύονται από διαρθρωτικές παρεμβάσεις για διεύρυνση της φορολογικής βάσης και ενίσχυση της εισπραξιμότητας, ώστε να διασφαλίζεται η δημοσιονομική ισορροπία. Οι οριζόντιες παρεμβάσεις, σύμφωνα με την ΤτΕ, θα πρέπει να αποφεύγονται, καθώς, αν και μπορούν να συγκρατήσουν προσωρινά τις πληθωριστικές πιέσεις, έχουν υψηλό δημοσιονομικό κόστος και περιορισμένη αποτελεσματικότητα σε σχέση με τις στοχευμένες ενισχύσεις.















