Νέες λεπτομέρειες έρχονται στο φως σχετικά με τη δολοφονία της 75χρονης στη Σαλαμίνα από τη νύφη της, η οποία φρόντιζε το θύμα και ανήκε στην οικογένειά του.
Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, η 46χρονη, που παραδέχτηκε την πράξη της, περιέγραψε με πλήρη διαύγεια τα γεγονότα στους έμπειρους αξιωματικούς της Διεύθυνσης Ανθρωποκτονιών. Η ταυτοποίησή της είχε γίνει ήδη από την πέμπτη ημέρα μετά την αποτρόπαια πράξη, όμως η έρευνα συνεχίστηκε για τη συλλογή επιπλέον στοιχείων.
Αξιοσημείωτο είναι πως τα αποτελέσματα από την ανάλυση του αίματος που βρέθηκε στο μαύρο Skoda Fabia, και συγκεκριμένα στο τιμόνι και τον λεβιέ ταχυτήτων, επιβεβαίωσαν τη χρήση του οχήματος από τη 46χρονη για την μετάβασή της στη μονοκατοικία και την επιστροφή της, αν και είχαν ήδη προχωρήσει στην προσαγωγή της.
Όταν αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας, μαζί με τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, πήγαν στο σπίτι της στη Σαλαμίνα, κοντά στο σπίτι του θύματος, η γυναίκα συνεργάστηκε και ομολόγησε αμέσως. Μόλις οι αστυνομικοί της έδειξαν ότι την είχαν καταγράψει οι κάμερες να κινείται με το αυτοκίνητο, άρχισε να περιγράφει λεπτομερώς όσα συνέβησαν, παραδεχόμενη σε κάποια στιγμή: «Θόλωσα. Δεν ξέρω πόσες φορές τη χτύπησα, αλλά τη χτύπησα».
Οι συνήγοροι υπεράσπισής της υποστηρίζουν ότι η 46χρονη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα διανοητικής και ψυχιατρικής φύσης. Αναφέρουν πως υπάρχουν έγγραφα από προηγούμενες νοσηλείες και συνταγογραφήσεις ψυχιατρικών φαρμάκων, ενώ επισημαίνουν ότι τα προβλήματα εμφανίστηκαν ήδη από τα 15 της χρόνια και επιδεινώθηκαν γύρω στα 30.
Κατά τη διάρκεια της προανάκρισης, διαπιστώθηκε ότι σε τηλεφωνικές συνομιλίες με άλλα μέλη της οικογένειας φαινόταν ιδιαίτερα ανήσυχη, εκφράζοντας φόβους μήπως την εμπλέξουν οι αστυνομικοί στην υπόθεση.
Από τις καταθέσεις των παιδιών της 75χρονης προέκυψε ότι υπήρχε έντονη αμοιβαία καχυποψία, με προβλήματα κυρίως κληρονομικής φύσης. Καθοριστική για την έρευνα ήταν η κατάθεση της εγγονής, η οποία υποστήριξε ανοιχτά ότι πίσω από τη δολοφονία βρίσκεται η 46χρονη. Ακόμη και ο γιος της 75χρονης, σύζυγος της 46χρονης, είχε αρχικά αμφιβολίες, αδυνατώντας να πιστέψει ότι η γυναίκα του θα είχε διαπράξει το έγκλημα.
Η ίδια φέρεται να είχε μεθοδεύσει τις κινήσεις της μετά τη δολοφονία, προσπαθώντας να αποφύγει την καταγραφή από τις κάμερες. Έκλεισε το ρεύμα στο σπίτι της και μέσω εφαρμογής άλλαξε την κατεύθυνση των καμερών της μονοκατοικίας όπου διέμενε η πεθερά της. Παρά τις προσπάθειές της, οι κάμερες κατέγραψαν ήχο, με το θύμα να ακούγεται στις τελευταίες του στιγμές να ψέλνει το «Πάτερ Ημών».












