Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκονται σε αγώνα δρόμου για να αποφύγουν μια πρωτοφανή κρίση στο ΝΑΤΟ, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει με επιθετικό τρόπο τις αξιώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Γροιλανδία, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικής ισχύος.
Σύμφωνα με τρεις Ευρωπαίους διπλωμάτες και έναν αξιωματούχο της ΕΕ που μίλησαν στο Politico, στις Βρυξέλλες κυριαρχεί η πεποίθηση ότι μια απευθείας αντιπαράθεση με την Ουάσινγκτον θα ήταν καταστροφική. Έτσι, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κινούνται προς τη γραμμή της συνδιαλλαγής, αναζητώντας μια φόρμουλα που θα επιτρέψει στον Αμερικανό πρόεδρο να εμφανίσει μια «νίκη» χωρίς να τιναχτεί στον αέρα η αρχιτεκτονική ασφαλείας της Δύσης.
Η προσέγγιση αυτή αντανακλάται και στις δημόσιες τοποθετήσεις κορυφαίων Ευρωπαίων αξιωματούχων. Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ δήλωσε: «Στο τέλος, πάντα καταλήγαμε σε ένα κοινό συμπέρασμα με την Ουάσινγκτον», χαρακτηρίζοντας «ενθαρρυντικές» τις συνομιλίες για τη Γροιλανδία. Παρόμοια, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς εξέφρασε την ελπίδα ότι «θα βρεθεί μια αμοιβαία αποδεκτή λύση στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ».
Στο επίκεντρο των διεργασιών βρίσκεται η επικείμενη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της Γροιλανδίας και της Δανίας με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς και τον Μάρκο Ρούμπιο στον Λευκό Οίκο. Ευρωπαίοι διπλωμάτες προσδοκούν «μια ειλικρινή συζήτηση» με την αμερικανική πλευρά, σε μια προσπάθεια εκτόνωσης της κρίσης.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, στις Βρυξέλλες εκτιμούν ότι ο Τραμπ αναζητά κυρίως ένα πολιτικό τρόπαιο. Ένα πιθανό σενάριο θα μπορούσε να περιλαμβάνει αυξημένες ευρωπαϊκές επενδύσεις στην ασφάλεια της Αρκτικής μέσω του ΝΑΤΟ, σε συνδυασμό με παραχωρήσεις προς τις ΗΠΑ στον τομέα της εκμετάλλευσης κρίσιμων ορυκτών της Γροιλανδίας.
«Αν επανασυσκευάσεις έξυπνα την ασφάλεια της Αρκτικής, προσθέσεις τα κρίσιμα ορυκτά και βάλεις ένα μεγάλο φιόγκο από πάνω, υπάρχει πιθανότητα να υπογράψει», ανέφερε χαρακτηριστικά Ευρωπαίος διπλωμάτης, υπενθυμίζοντας ότι στο παρελθόν αντίστοιχες δεσμεύσεις –όπως η αύξηση των αμυντικών δαπανών– είχαν λειτουργήσει κατευναστικά απέναντι στον Τραμπ.
Στο πεδίο της άμυνας, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε αποκάλυψε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για την ενίσχυση της ασφάλειας στην Αρκτική, εξέλιξη που θα μπορούσε να καλύψει το πάγιο αίτημα του Τραμπ για μεγαλύτερη συμμετοχή της Ευρώπης στη συλλογική άμυνα. Στον οικονομικό τομέα, η εκμετάλλευση των κρίσιμων ορυκτών της Γροιλανδίας παραμένει περιορισμένη, αλλά η ΕΕ σχεδιάζει να υπερδιπλασιάσει τις επενδύσεις της στο νησί, ανοίγοντας δρόμο για ένα σχήμα συν-επένδυσης που θα μπορούσε να δελεάσει την Ουάσινγκτον.
Πίσω από τις διαπραγματεύσεις κυριαρχεί ο φόβος της κατάρρευσης του ΝΑΤΟ. Όπως σημειώνει διπλωμάτης της Συμμαχίας: «Δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη στη Συνθήκη του ΝΑΤΟ για επίθεση ενός συμμάχου σε άλλον», προειδοποιώντας ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα σήμαινε «το τέλος της συμμαχίας». Την ίδια ανησυχία εξέφρασαν και ο Γερμανός υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους καθώς και η πρωθυπουργός της Δανίας Μέτε Φρεντέρικσεν, η οποία τόνισε ότι «όλα θα σταματούσαν» σε περίπτωση στρατιωτικής επέμβασης.
Παρά τις δημόσιες διαβεβαιώσεις ότι η Ευρώπη δεν πρόκειται να «παραδώσει» τη Γροιλανδία, διπλωματικές πηγές παραδέχονται ότι ο πρωταρχικός στόχος είναι η διάσωση του ΝΑΤΟ. Όπως ανέφερε Ευρωπαίος διπλωμάτης, «Αυτό είναι σοβαρό – και η Ευρώπη φοβάται», περιγράφοντας τη συγκυρία ως «σεισμική».
Μετά από χρόνια αποφυγής κάθε σχεδιασμού για το ενδεχόμενο αμερικανικής πίεσης, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Όπως παραδέχθηκε διπλωματική πηγή: «Ξέρουμε πώς θα αντιδρούσαμε αν το έκανε η Ρωσία. Με τις ΗΠΑ, όμως, είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναζήσει».












