Της Αλεξίας Χαρακίδα
Η ανήλικη παραβατικότητα αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα κοινωνικά και νομικά φαινόμενα της σύγχρονης κοινωνίας, καθώς δεν περιορίζεται σε ατομικές παραβάσεις αλλά αντανακλά κοινωνικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες που διαμορφώνουν τη ζωή των νέων. Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση περιστατικών παραβατικής συμπεριφοράς ανηλίκων, η οποία εκδηλώνεται με ποικίλες μορφές, όπως σχολικός εκφοβισμός, βίαιες συμπεριφορές σε δημόσιους χώρους, μικροεγκληματικότητα και παραβιάσεις διαδικτυακής φύσης, συμπεριλαμβανομένου του cyberbullying. Η ανήλικη παραβατικότητα δεν μπορεί να εξετάζεται μεμονωμένα, καθώς συνδέεται με κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, μεταβολές αξιών, ρευστότητα κοινωνικών προτύπων, αυξημένη έκθεση σε ψηφιακά περιβάλλοντα και ενδοοικογενειακές δυσλειτουργίες, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως δείκτης της κοινωνικής συνοχής και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν τα παιδιά κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησής τους.
Η οικογένεια παραμένει ο βασικότερος μηχανισμός κοινωνικοποίησης και ο πρωταρχικός παράγοντας πρόληψης της παραβατικής συμπεριφοράς. Παράγοντες όπως η ανεπαρκής εποπτεία, η έλλειψη σαφών ορίων, οι ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, η απουσία σταθερών προτύπων και η οικονομική δυσπραγία συνδέονται με αυξημένο ρίσκο ανάπτυξης παραβατικών συμπεριφορών από τα ανήλικα μέλη. Η οικογένεια, ωστόσο, δεν λειτουργεί σε κοινωνικό κενό· η αποτελεσματική παρέμβαση απαιτεί την ύπαρξη δημόσιων δομών στήριξης, συμβουλευτικής και ψυχολογικής βοήθειας, προκειμένου οι γονείς να ανταποκριθούν στον παιδαγωγικό τους ρόλο και να ενισχύσουν τη σταθερότητα και την ασφάλεια του παιδιού.
Το σχολικό περιβάλλον και οι σχέσεις με τους συνομηλίκους αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες διαμόρφωσης της συμπεριφοράς των νέων. Προβλήματα ένταξης, χαμηλή σχολική επίδοση, bullying και έλλειψη θετικών προτύπων αυξάνουν την ευαλωτότητα σε παραβατικές συμπεριφορές, ενώ η πίεση για κοινωνική αποδοχή και η επιρροή της ομάδας συνομηλίκων μπορεί να ενισχύσει επικίνδυνες πρακτικές. Παράλληλα, η ψηφιακή κουλτούρα, η υπερβολική χρήση των κοινωνικών δικτύων και η ανωνυμία στο διαδίκτυο δημιουργούν νέες μορφές παραβατικότητας. Το τοπικό κοινωνικό περιβάλλον, η ποιότητα ζωής στην κοινότητα, η έλλειψη δημόσιων χώρων και περιορισμένες ευκαιρίες για δημιουργική απασχόληση των νέων συνδέονται επίσης άμεσα με την εκδήλωση παραβατικής συμπεριφοράς, ενώ ψυχολογικοί παράγοντες όπως χαμηλή αυτοεκτίμηση, ανεπεξέργαστα τραύματα ή συναισθηματικές δυσκολίες επιτείνουν την ευαλωτότητα των παιδιών.
Η ελληνική έννομη τάξη αντιμετωπίζει τους ανηλίκους με βάση την αρχή της ειδικής μεταχείρισης, προκρίνοντας την επανένταξη και τη διαπαιδαγώγηση έναντι της ποινικής τιμωρίας. Ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει, στα άρθρα 110 και 121, ότι οι ανήλικοι ηλικίας 15–17 ετών υπόκεινται σε αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα και όχι σε κανονικές ποινές φυλάκισης. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, τα αναμορφωτικά μέτρα περιλαμβάνουν επίπληξη, παρακολούθηση συμβουλευτικών προγραμμάτων, κοινωφελή εργασία και περιοριστικά μέτρα υπό την εποπτεία κοινωνικών λειτουργών, ενώ τα θεραπευτικά μέτρα περιλαμβάνουν ψυχολογική υποστήριξη, εισαγωγή σε ειδικές εκπαιδευτικές ή κοινωνικές δομές και παρακολούθηση από διεπιστημονικές ομάδες. Η αρχή της αναλογικότητας, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 110Α του Ποινικού Κώδικα, και η προστασία του συμφέροντος του παιδιού, όπως κατοχυρώνεται με τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (Ν. 2101/1992), διασφαλίζουν ότι η κράτηση αποτελεί ύστατη λύση και μόνο για σοβαρές περιπτώσεις.
Η πολιτεία οφείλει να διαμορφώνει ένα σταθερό, συνεκτικό πλαίσιο πρόληψης και διαχείρισης της ανήλικης παραβατικότητας, ανεξάρτητα από πολιτικές συγκυρίες, ενισχύοντας παιδοψυχολογικές και κοινωνικές υπηρεσίες, στηρίζοντας τους γονείς, αναβαθμίζοντας τις εκπαιδευτικές δομές με έμφαση στη συναισθηματική αγωγή, προστατεύοντας τους νέους από τοξικές ψηφιακές συμπεριφορές και εκπαιδεύοντας επαγγελματίες της δικαιοσύνης σε παιδοκεντρικές πρακτικές. Η συνεργασία σχολείων, οικογένειας και δικαιοσύνης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα επιτυχίας, καθώς η παρέμβαση πρέπει να συνδυάζει πρόληψη για το σύνολο των παιδιών, στοχευμένη στήριξη παιδιών υψηλού κινδύνου και εναλλακτικά αναμορφωτικά μέτρα σε περιπτώσεις ήδη εκδηλωμένης παραβατικότητας. Η προσέγγιση αυτή αποτελεί επένδυση στη νεολαία, καθώς οι νέοι δεν αποτελούν πρόβλημα αλλά φορείς δυναμικού και δημιουργικότητας. Μέσω της ενίσχυσης θεσμών και προγραμμάτων που προάγουν την ένταξη, την εκπαίδευση, την κοινωνική συνοχή και την προστασία των παιδιών, η κοινωνία περιορίζει την παραβατικότητα, ενισχύει τη δικαιοσύνη και προάγει τη συνοχή της.
Η ανήλικη παραβατικότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολύπλευρο κοινωνικό και νομικό ζήτημα που απαιτεί ολιστική, διαρκή και τεκμηριωμένη παρέμβαση. Η οικογένεια, η σχολική κοινότητα, η κοινωνία και η πολιτεία οφείλουν να συνεργάζονται με στόχο την προστασία των παιδιών, τη διαπαιδαγώγησή τους και την επανένταξή τους, εφαρμόζοντας τις αρχές της δικαιοσύνης, της αναλογικότητας και της προστασίας του συμφέροντος του παιδιού, ώστε οι ανήλικοι να αναπτύξουν δεξιότητες και πρότυπα που απαιτούνται για υπεύθυνη συμμετοχή στην κοινωνία, περιορίζοντας παράλληλα τη συχνότητα και τη σοβαρότητα της παραβατικότητας.
H Αλεξία Χαρακίδα έχει σπουδάσει Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνική Διοίκηση ΔΠΘ, ΠΜΣ Δημοσιογραφία και Νέα Μέσα ΕΚΠΑ, ΠΜΣ Δημόσιο Δίκαιο και Δημόσια Πολιτική ΕΚΠΑ και είναι Υποψήφια Διδάκτωρ Νομικής Αθηνών.














