Της Αλεξίας Χαρακίδα
Η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία αποτελεί θεμέλιο λίθο ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου και συνιστά βασικό δείκτη της ικανότητας μιας κοινωνίας να διασφαλίζει την ισότητα και την αξιοπρέπεια των πολιτών της. Η έννοια της ισότητας δεν περιορίζεται στην τυπική αναγνώριση δικαιωμάτων, αλλά εκφράζεται στην πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες, την εκπαιδευτική ένταξη, την επαγγελματική κατάρτιση, την υγειονομική περίθαλψη, τη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και την ψυχοκοινωνική στήριξη. Το νομικό πλαίσιο της Ελλάδας, σε συνδυασμό με διεθνείς συμβάσεις, όπως η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία (CRPD, 2006) και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, παρέχει τη βάση για την προώθηση της αξιοπρέπειας, της αυτονομίας και της ενεργούς συμμετοχής των πολιτών με αναπηρία στην κοινωνική ζωή, ενώ παράλληλα προάγει τη θεσμική υπευθυνότητα και την κοινωνική συνοχή.
Το κοινωνικό κράτος δικαίου στηρίζεται στην αρχή της ισότητας και της προστασίας των πιο ευάλωτων ομάδων. Στο ελληνικό Σύνταγμα, η αρχή της ισότητας των πολιτών κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 4, ενώ ειδικές ρυθμίσεις για την προστασία των ατόμων με αναπηρία περιλαμβάνονται σε σειρά νόμων και υπουργικών αποφάσεων, όπως ο Ν. 4186/2013 για την ειδική εκπαίδευση, ο Ν. 4488/2017 για την κοινωνική πρόνοια και ο Ν. 4074/2012 για την ένταξη ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας. Η νομική προστασία δεν περιορίζεται στην πρόληψη των διακρίσεων, αλλά επεκτείνεται στην εξασφάλιση ίσων ευκαιριών σε εκπαίδευση, εργασία, υγειονομική περίθαλψη και κοινωνική συμμετοχή, με στόχο τη θεμελίωση ισότητας στην πράξη. Η εφαρμογή αυτών των ρυθμίσεων απαιτεί τη συνεργασία των δημόσιων φορέων, τη διαρκή επιμόρφωση των επαγγελματιών, την ανάπτυξη δομών υποστήριξης και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών, ώστε τα δικαιώματα να μην παραμένουν θεωρητικά αλλά να υλοποιούνται στην καθημερινή ζωή των ατόμων με αναπηρία.
Η νομική προστασία συνδέεται άρρηκτα με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το δικαίωμα στην ίση μεταχείριση, στην αυτονομία και στην κοινωνική ένταξη αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο ενός κοινωνικού κράτους που σέβεται τον πολίτη ως ενεργό και ισότιμο μέλος της κοινωνίας. Παράλληλα, η κοινωνική στήριξη δεν περιορίζεται στην παροχή υλικών αγαθών, αλλά περιλαμβάνει υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης, προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, δράσεις κοινωνικής ένταξης, καθώς και παροχή πληροφοριών και υποστήριξης για την αυτονομία των ατόμων με αναπηρία. Η ψυχοκοινωνική στήριξη προάγει την αυτοεκτίμηση, ενισχύει την κοινωνική συμμετοχή και υποστηρίζει την ψυχική υγεία, περιορίζοντας τον κοινωνικό αποκλεισμό και ενδυναμώνοντας την ικανότητα των ατόμων να ζουν με αξιοπρέπεια και αυτονομία. Επιπλέον, η προσέγγιση αυτή αναγνωρίζει τη σημασία της ψυχοσυναισθηματικής διάστασης της αναπηρίας, συμβάλλοντας στην κοινωνική ενσωμάτωση και την πρόληψη φαινομένων περιθωριοποίησης.
Παρά την ύπαρξη νομοθετικού πλαισίου και διεθνών δεσμεύσεων, η πλήρης κοινωνική ένταξη των ατόμων με αναπηρία συναντά δυσκολίες. Η περιορισμένη χρηματοδότηση, η αδυναμία συντονισμού μεταξύ δημόσιων φορέων, η έλλειψη κατάλληλων υποδομών και η αναντιστοιχία μεταξύ νομικού πλαισίου και πρακτικής εφαρμογής περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των πολιτικών. Επιπλέον, κοινωνικές προκαταλήψεις και στερεότυπα λειτουργούν ως εμπόδιο στην ουσιαστική ένταξη, υπονομεύοντας το αίσθημα ισότητας και συμμετοχής των πολιτών με αναπηρία. Η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων απαιτεί τη συστηματική εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση των επαγγελματιών, τη βελτίωση των υποδομών προσβασιμότητας, την ενσωμάτωση υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής στήριξης στις κοινωνικές πολιτικές και τη διαρκή αξιολόγηση της εφαρμογής των νομοθετικών μέτρων. Η συνεχής παρακολούθηση και αξιολόγηση των θεσμών συμβάλλει στην προσαρμογή τους στις ανάγκες της κοινωνίας και στην ενίσχυση της ισότητας, εξασφαλίζοντας ότι η προστασία των δικαιωμάτων δεν παραμένει θεωρητική αλλά αποκτά ουσιαστικό αντίκρισμα στην καθημερινή ζωή.
Η διασφάλιση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία αποτελεί βασική υποχρέωση ενός κοινωνικού κράτους δικαίου και συνιστά δείκτη της πολιτισμικής και θεσμικής ωριμότητας μιας κοινωνίας. Η ολοκληρωμένη προσέγγιση της νομικής προστασίας και της κοινωνικής στήριξης εξασφαλίζει όχι μόνο την αναγνώριση των δικαιωμάτων, αλλά και την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών με αναπηρία στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή. Η ενίσχυση της ψυχοκοινωνικής στήριξης, η ανάπτυξη προσβάσιμων υποδομών, η βελτίωση των εκπαιδευτικών και επαγγελματικών προγραμμάτων και η θεσμική ενσωμάτωση κοινωνικών πολιτικών αποτελούν προϋποθέσεις για μια κοινωνία που αντιμετωπίζει τα άτομα με αναπηρία ως ορατούς, ισότιμους και ολοκληρωμένα ενταγμένους πολίτες, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι η κοινωνική ένταξη και η νομική προστασία συνυπάρχουν σε αρμονία, προς όφελος της συλλογικής ευημερίας.
Η εφαρμογή αυτής της προσέγγισης απαιτεί τη συνδρομή όλων των επιπέδων θεσμικής δράσης, από τη νομοθετική εξουσία και τα δικαστήρια έως τις τοπικές κοινωνίες και τους δημόσιους φορείς, καθώς και τη διαρκή ενημέρωση και ενεργοποίηση των πολιτών. Η ενίσχυση της κοινωνικής συνείδησης και της ευαισθητοποίησης αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που προάγει την ισότητα, καταπολεμά τις διακρίσεις και επιτρέπει στα άτομα με αναπηρία να συμμετέχουν πλήρως σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής. Συνεπώς, η θεσμική και κοινωνική ενδυνάμωση των πολιτών με αναπηρία δεν αποτελεί μόνο νομική υποχρέωση, αλλά και ηθικό καθήκον, αναδεικνύοντας τον πυρήνα του κοινωνικού κράτους δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
H Αλεξία Χαρακίδα έχει σπουδάσει Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνική Διοίκηση ΔΠΘ, ΠΜΣ Δημοσιογραφία και Νέα Μέσα ΕΚΠΑ, ΠΜΣ Δημόσιο Δίκαιο και Δημόσια Πολιτική ΕΚΠΑ και είναι Υποψήφια Διδάκτωρ Νομικής Αθηνών.














