Φέρνει το ιστορικό παράδειγμα της αρχαίας Αθήνας και της Μήλου στη σημερινή συζήτηση για τη στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας και τον ρόλο των ΗΠΑ στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ
Τη σημασία των συμμαχιών στη διατήρηση της διεθνούς ισχύος και τους κινδύνους της ωμής επιβολής δύναμης αναλύει σε άρθρο του το CNN, αντλώντας παραδείγματα από την αρχαία Ελλάδα και συνδέοντάς τα με τις σύγχρονες γεωπολιτικές εξελίξεις γύρω από τη Γροιλανδία.
Το αμερικανικό δίκτυο παραλληλίζει τη στάση της αρχαίας Αθήνας απέναντι στη Μήλο, όπως την κατέγραψε ο Θουκυδίδης, με τη σημερινή συζήτηση για τη στρατηγική αξία της Γροιλανδίας και τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Το 416 π.Χ., η Αθήνα βρισκόταν σε παρατεταμένη σύγκρουση με τη Σπάρτη. Παρότι διέθετε ισχυρό στρατό και ναυτικό, το πραγματικό της πλεονέκτημα δεν ήταν η στρατιωτική ισχύς, αλλά το δίκτυο συμμαχιών που είχε οικοδομήσει με δεκάδες μικρότερες πόλεις-κράτη, τη Συμμαχία της Δήλου. Η συμμαχία αυτή λειτουργούσε ήδη για περίπου 70 χρόνια, μια διάρκεια που θυμίζει εντυπωσιακά το ΝΑΤΟ, τη μακροβιότερη και πιο επιτυχημένη αμυντική συμμαχία της σύγχρονης εποχής.
Την ίδια χρονιά, η Αθήνα έκρινε ότι το νησί της Μήλου αποτελούσε κρίσιμο στρατηγικό σημείο. Η Μήλος δεν είχε στρατό και για χρόνια διατηρούσε ουδέτερη στάση. Ωστόσο, η γεωγραφική της θέση βρισκόταν στο σταυροδρόμι σημαντικών θαλάσσιων διαδρομών που ενίσχυαν την προβολή της αθηναϊκής ισχύος στη Μεσόγειο. Για την Αθήνα, η ουδετερότητα έπαψε να θεωρείται αποδεκτή.
Όταν αθηναϊκή αντιπροσωπεία απαίτησε από τους Μήλιους να υποταχθούν, εκείνοι απάντησαν επικαλούμενοι τη λογική, το δίκαιο και τις ίδιες τις αξίες της Αθήνας. Η απάντηση των Αθηναίων έμεινε στην Ιστορία: «Οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι υποφέρουν ό,τι πρέπει». Η Μήλος καταλήφθηκε, όμως το τίμημα αποδείχθηκε βαρύ. Η χρήση βίας υπονόμευσε τις συμμαχίες της Αθήνας, οι οποίες άρχισαν να διαλύονται. Μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία, η αθηναϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε.
Το επεισόδιο, γνωστό ως «Διάλογος των Μηλίων με τους Αθηναίους», καταγράφεται από τον Θουκυδίδη και εξακολουθεί να διδάσκεται ως παράδειγμα του πώς η ισχύς, όταν στρέφεται ενάντια στους συμμάχους, μπορεί να αποδειχθεί αυτοκαταστροφική.
Ο «Διάλογος των Μηλίων με τους Αθηναίους» στην εποχή Τραμπ
Η ιστορική αυτή παραβολή επανήλθε στο προσκήνιο τις τελευταίες ημέρες, μετά τις τοποθετήσεις του Λευκού Οίκου για τη Γροιλανδία. Σε συνέντευξή του στο CNN, ο ανώτερος σύμβουλος του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, Στίβεν Μίλερ, περιέγραψε με ωμό τρόπο τη λογική της αμερικανικής κυβέρνησης.
Μιλώντας στον Τζέικ Τάπερ, υποστήριξε ότι «ο πραγματικός κόσμος κυβερνάται από τη δύναμη και την ισχύ», αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τις διεθνείς ισορροπίες και τις συμμαχίες. Η δήλωση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις, όχι τόσο για το περιεχόμενό της, όσο για το μήνυμα που εξέπεμπε προς τους συμμάχους των ΗΠΑ.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν σήμερα το ισχυρότερο κράτος στον κόσμο, τόσο στρατιωτικά όσο και οικονομικά. Όμως αυτό ίσχυε και για την Αθήνα στην αρχαιότητα. Και όπως τότε η Σπάρτη δεν απείχε πολύ από την αθηναϊκή ισχύ, έτσι και σήμερα η Κίνα πλησιάζει σταθερά τις ΗΠΑ σε κρίσιμους τομείς.
Η Γροιλανδία ως σύγχρονη Μήλος
Η Γροιλανδία δεν είναι νέα υπόθεση για την Ουάσιγκτον. Από τον 19ο αιώνα, Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν αναγνωρίσει τη στρατηγική της αξία. Μετά την αγορά της Αλάσκας, ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ουίλιαμ Σιούαρντ είχε στραφεί και προς τη Γροιλανδία, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Το 1946, στην αυγή του Ψυχρού Πολέμου, ο πρόεδρος Χάρι Τρούμαν προσέφερε στη Δανία 100 εκατομμύρια δολάρια σε χρυσό για την αγορά του νησιού. Η προσφορά απορρίφθηκε, αλλά οδήγησε σε κάτι πιο ουσιαστικό: μια αμυντική συμφωνία που έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες πλήρη και απεριόριστη στρατιωτική πρόσβαση στη Γροιλανδία. Η συμφωνία αυτή, που επικυρώθηκε το 1951, ισχύει μέχρι σήμερα.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι ΗΠΑ διατηρούσαν δεκάδες βάσεις στο νησί. Σήμερα υπάρχει μόνο μία, όχι λόγω περιορισμών, αλλά επειδή η στρατηγική ανάγκη έχει αλλάξει.
«Ο διάλογος των Μηλίων με τους Αθηναίους»: Με Θουκυδίδη το CNN επιχειρεί να εξηγήσει τη στάση του Τραμπ απέναντι στη Γροιλανδία και τους συμμάχους του
Το πλοίο HDMS Ejnar Mikkelsen του Δανικού Ναυτικού περιπολεί κοντά στο Νουούκ της Γροιλανδίας
Η Αρκτική στο επίκεντρο των εξελίξεων
Σήμερα, η σημασία της Γροιλανδίας είναι ακόμη μεγαλύτερη. Το λιώσιμο των πάγων ανοίγει νέες θαλάσσιες οδούς, μετατρέποντας την Αρκτική από ζώνη ασφαλείας σε πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Η Ρωσία επενδύει μαζικά σε παγοθραυστικά πλοία και υποδομές, ενώ η Κίνα, παρότι δεν είναι αρκτική χώρα, αυτοχαρακτηρίζεται «σχεδόν αρκτική» και σχεδιάζει έναν «Πολικό Δρόμο του Μεταξιού».
Η Βόρεια Θαλάσσια Οδός μειώνει τον χρόνο μεταφοράς από την Ανατολική Ασία προς την Ευρώπη έως και δύο εβδομάδες σε σχέση με τη Διώρυγα του Σουέζ. Σε αυτό το περιβάλλον, η Γροιλανδία αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα.
Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να ανταγωνιστούν μόνες τους τη Ρωσία στην Αρκτική. Η ρωσική ακτογραμμή φτάνει τα 15.000 μίλια και συνοδεύεται από στόλο περίπου 50 παγοθραυστικών, που κινούνται με πυρηνική ενέργεια. Οι ΗΠΑ διαθέτουν μόλις τρία.
«Ο διάλογος των Μηλίων με τους Αθηναίους»: Με Θουκυδίδη το CNN επιχειρεί να εξηγήσει τη στάση του Τραμπ απέναντι στη Γροιλανδία και τους συμμάχους του
Η Ρωσία διαθέτει στόλο περίπου 50 παγοθραυστικών, την ώρα που οι ΗΠΑ διαθέτουν μόλις τρία.
Το βάρος των συμμαχιών
Εδώ μπαίνει το ΝΑΤΟ. Μαζί με τις ΗΠΑ, η συμμαχία περιλαμβάνει χώρες με άμεση πρόσβαση στην Αρκτική, όπως ο Καναδάς, η Νορβηγία, η Δανία, η Ισλανδία, η Φινλανδία και η Σουηδία. Συνολικά, οι σύμμαχοι ελέγχουν πάνω από 100.000 μίλια αρκτικής ακτογραμμής και έναν στόλο παγοθραυστικών που αρχίζει να εξισορροπεί τη ρωσική υπεροχή.
Όπως και στην περίπτωση της Αθήνας, η ισχύς δεν προέρχεται από ένα απομονωμένο νησί, αλλά από το δίκτυο των συμμαχιών. Η Ιστορία δείχνει ότι η ωμή δύναμη μπορεί να αποφέρει πρόσκαιρα κέρδη, αλλά η μακροχρόνια ισχύς χτίζεται με συναίνεση και εμπιστοσύνη.
Όπως θα έλεγε και ο Θουκυδίδης, μια μεγάλη δύναμη μπορεί να καταλάβει εδάφη. Μόνο όμως εκείνη που διατηρεί τους συμμάχους της αντέχει στον χρόνο.













