New York Times: Πώς έφτασαν μέσα σε μία εβδομάδα στα πρόθυρα οριστικής ρήξης Τραμπ και Ζελένσκι

Σε οριακό σημείο φαίνεται πως βρίσκονται οι σχέσεις του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, με την τελευταία αντιπαράθεση ανάμεσα στους δύο προέδρους να προκαλεί σοβαρές ανησυχίες για το μέλλον της αμερικανικής υποστήριξης προς την Ουκρανία. Όπως επισημαίνουν σε ανάλυσή τους οι New York Times, η νέα κρίση μοιάζει βαθύτερη από τις προηγούμενες και απειλεί να στερήσει από το Κίεβο στρατιωτικές δυνατότητες που εξακολουθούν να είναι ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση της ρωσικής εισβολής.

Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έκρυψε ποτέ τη δυσπιστία του απέναντι στον Ζελένσκι ούτε τη διάθεσή του να προσεγγίσει τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Ωστόσο, παρά τις κατά καιρούς συγκρούσεις με τον Λευκό Οίκο, ο Ουκρανός πρόεδρος κατάφερνε μέχρι σήμερα να διατηρεί ένα επίπεδο αμερικανικής υποστήριξης, συμμετέχοντας στις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες της Ουάσιγκτον και εκφράζοντας επανειλημμένα την ευγνωμοσύνη του προς τον Τραμπ για την «ισχυρή ηγεσία» του.

Αυτή τη φορά, όμως, η κατάσταση φαίνεται διαφορετική. Με τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ να πλησιάζουν, οι δύο ηγέτες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια κρίση που, σύμφωνα με τους αναλυτές, μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες τόσο για την Ουκρανία όσο και για την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Η εβδομάδα που οδήγησε τις σχέσεις στα άκρα

Για το Κίεβο, η τελευταία εβδομάδα ήταν μια διαδοχή αρνητικών εξελίξεων. Ο Τραμπ απέδωσε την αύξηση των τιμών του ντίζελ στον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, παρότι ειδικοί στην ενέργεια θεωρούν ότι η βασική αιτία βρίσκεται στον πόλεμο που εξαπέλυσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον του Ιράν.

Στη συνέχεια, ο Αμερικανός πρόεδρος προχώρησε σε προσωρινή άρση κυρώσεων στις πωλήσεις ρωσικού ντίζελ, επιχειρώντας να συγκρατήσει τις τιμές των καυσίμων. Κατά την ανάλυση των New York Times, η κίνηση αυτή είναι αμφίβολο αν θα επιτύχει τον οικονομικό της στόχο, ενώ παράλληλα προσφέρει διέξοδο στη Μόσχα.

Ακολούθησε η μονομερής ανακοίνωση μιας «ενεργειακής εκεχειρίας», την οποία ο Τραμπ παρουσίασε ως συμφωνία για τον περιορισμό των επιθέσεων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις.

Σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα, η συγκεκριμένη πρωτοβουλία εξυπηρετούσε περισσότερο τα συμφέροντα της Ρωσίας παρά της Ουκρανίας. Ο Τραμπ έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να ζητήσει την ανάδειξη νέου προέδρου στην Ουκρανία, αμφισβητώντας ανοιχτά τον Ζελένσκι.

Η αντίδραση του Ουκρανού προέδρου ήταν αυτή τη φορά σαφώς πιο έντονη. Εμφανώς εξοργισμένος, κατηγόρησε ουσιαστικά τον Αμερικανό ομόλογό του ότι ευθυγραμμίζεται με τη Ρωσία, την ώρα που οι ρωσικές επιθέσεις εξακολουθούν να σκοτώνουν Ουκρανούς αμάχους.

Αψηφώντας την ανακοίνωση του Τραμπ περί ενεργειακής εκεχειρίας, ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία θα επαναλάβει τις επιθέσεις κατά ρωσικών διυλιστηρίων. Όταν ο δημοσιογράφος Πιρς Μόργκαν τον ρώτησε εάν θεωρεί ότι η χώρα του «χάνει» τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ζελένσκι απάντησε με μία μόνο λέξη: «Ναι».

Από την πλευρά του, ο Τραμπ δήλωσε στο Newsmax ότι «ο Ζελένσκι δεν είναι καλός άνθρωπος για να συνεργαστούμε».

Οι περιορισμοί στο Starshield και η ανησυχία του ουκρανικού στρατού

Η αντιπαράθεση απέκτησε ακόμη σοβαρότερες διαστάσεις όταν ο ουκρανικός στρατός ανέφερε ξαφνικούς και ανεξήγητους περιορισμούς στη χρήση του Starshield, της στρατιωτικής εκδοχής του δορυφορικού συστήματος Starlink.
Το συγκεκριμένο δίκτυο, το οποίο λειτουργεί η SpaceX του Έλον Μασκ, είναι κρίσιμο για τις επικοινωνίες στο μέτωπο και για τον συντονισμό πολλών στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Σύμφωνα με τους New York Times, οι περιορισμοί επηρέασαν την εκτόξευση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, αλλά και μια σειρά άλλων επιχειρησιακών δραστηριοτήτων των ουκρανικών δυνάμεων.

Ο Μασκ, ο οποίος διατηρεί μια κατά περιόδους στενή και άλλοτε συγκρουσιακή σχέση με τον Τραμπ, άφησε να εννοηθεί ότι μόνο ο αμερικανικός στρατός και, σε τελική ανάλυση, ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσαν να περιορίσουν τη χρήση του Starshield.

Παράλληλα, τάχθηκε και ο ίδιος υπέρ της αντικατάστασης του Ζελένσκι στην προεδρία της Ουκρανίας.
Οι εξελίξεις προκάλεσαν αντιδράσεις και στην Ουάσιγκτον, με διακομματική ομάδα Αμερικανών γερουσιαστών να ζητά διερεύνηση των περιορισμών.

Το ενδεχόμενο να διακοπεί η πρόσβαση σε κρίσιμες δορυφορικές υπηρεσίες θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνο για το Κίεβο, καθώς θα μπορούσε να δυσκολέψει σημαντικά τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Ο φόβος για διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας

Σύμφωνα με την ανάλυση των New York Times, το χειρότερο σενάριο για την Ουκρανία θα ήταν μια απόφαση του Τραμπ και του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας να αναστείλουν τη βοήθεια προς τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις. Παρότι η Ουκρανία έχει ενισχύσει σημαντικά την εγχώρια αμυντική παραγωγή της, εξακολουθεί να εξαρτάται από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κρίσιμους τομείς.

Ένας από αυτούς είναι η παροχή στρατιωτικών πληροφοριών που επιτρέπουν τον έγκαιρο εντοπισμό ρωσικών πυραυλικών επιθέσεων και υποστηρίζουν τις ουκρανικές επιχειρήσεις κατά στόχων σε μεσαίες αποστάσεις. Εξίσου σημαντική είναι η αμερικανική συνδρομή στον τομέα των εξοπλισμών, ακόμη και όταν τα οπλικά συστήματα αγοράζονται με χρήματα των Ευρωπαίων συμμάχων.

Η Ουκρανία χρειάζεται αμερικανικά ανταλλακτικά για τα μαχητικά F-16, πυραύλους που κατευθύνονται προς εχθρικά ραντάρ και, κυρίως, αναχαιτιστικούς πυραύλους Patriot. Τα συγκεκριμένα συστήματα αποτελούν βασικό μέσο προστασίας των ουκρανικών πόλεων απέναντι στους ρωσικούς βαλλιστικούς πυραύλους.

Μια διακοπή αυτής της βοήθειας θα μπορούσε να αποδυναμώσει τις ουκρανικές δυνάμεις σε μια περίοδο κατά την οποία, σύμφωνα με την εφημερίδα, καταγράφουν θετικές επιδόσεις στο μέτωπο. Παράλληλα, θα άφηνε περισσότερο εκτεθειμένες τις πόλεις που δέχονται καθημερινά επιθέσεις με πυραύλους και drones, αυξάνοντας τον κίνδυνο απωλειών μεταξύ των αμάχων.

«Θα πεθάνουμε γιατί δεν θα προλαβαίνουμε να φτάσουμε στα καταφύγια»

Τη σημασία των αμερικανικών πληροφοριών περιγράφει ο Όλεχ Κάτκοφ, στρατιωτικός αναλυτής και αρχισυντάκτης ουκρανικού μέσου ενημέρωσης που ασχολείται με την άμυνα και την τεχνολογία. «Θα πεθάνουμε επειδή δεν θα λαμβάνουμε προειδοποιήσεις για επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους», προειδοποιεί. Όπως εξηγεί, χωρίς έγκαιρη ενημέρωση οι πολίτες δεν θα έχουν αρκετό χρόνο για να καταφύγουν στα καταφύγια, ενώ η πιθανή έλλειψη πυραύλων Patriot θα στερήσει από την Ουκρανία τη δυνατότητα αναχαίτισης των επιθέσεων.

Παρόμοια ανησυχία εκφράζει ο Νίκο Λάνγκε, πρώην αξιωματούχος του γερμανικού υπουργείου Άμυνας και συνεργάτης της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου. Ο ίδιος επισημαίνει ότι, παρότι οι ευρωπαϊκές χώρες παρέχουν ορισμένες πληροφορίες στην Ουκρανία, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως τις αμερικανικές δυνατότητες έγκαιρης προειδοποίησης.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις εκτοξεύσεις πυραύλων από πλοία στη Μαύρη Θάλασσα και για τις επιθέσεις με βαλλιστικά όπλα.
Εάν η Ουκρανία χάσει τόσο τις έγκαιρες προειδοποιήσεις όσο και τους πυραύλους Patriot, η Ρωσία θα αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα να πλήττει στόχους χωρίς αποτελεσματική αντίσταση.

Οι δύο επιθέσεις στο Κίεβο χωρίς έγκαιρη προειδοποίηση

Μια πρώτη εικόνα των πιθανών συνεπειών παρουσιάστηκε, σύμφωνα με τους New York Times, μέσα στην ίδια εβδομάδα.
Ουκρανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι δεν έλαβαν εκ των προτέρων πληροφορίες από τους συμμάχους τους για δύο κύματα πυραυλικών επιθέσεων κατά του Κιέβου, την Τρίτη και την Τετάρτη.

Οι πύραυλοι έφτασαν στους στόχους τους σχεδόν ταυτόχρονα με την ενεργοποίηση των σειρήνων αεροπορικού συναγερμού.
Οι ουκρανικές Αρχές χρησιμοποίησαν τη διατύπωση ότι δεν είχαν ενημερωθεί από τους «εταίρους» τους, αναφερόμενες εμμέσως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, δεν είναι σαφές γιατί δεν υπήρξε προηγούμενη ειδοποίηση.

Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν με πυραύλους S-400, οι οποίοι μπορούν να διανύσουν σχετικά μικρές αποστάσεις με πολύ μεγάλη ταχύτητα, αφήνοντας ελάχιστο χρόνο για προειδοποίηση.

Άλλωστε, οι Ουκρανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι έλαβαν κανονικά ενημέρωση για άλλες βαλλιστικές επιθέσεις.
Παρά την αβεβαιότητα γύρω από τα συγκεκριμένα περιστατικά, η χρονική τους σύμπτωση με τους περιορισμούς στο Starshield ενίσχυσε την ανησυχία ότι η στρατιωτική συνεργασία με τις ΗΠΑ μπορεί να εισέρχεται σε μια νέα, πιο αβέβαιη περίοδο.

Η Ουκρανία έχει μειώσει την εξάρτησή της, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ

Οι New York Times σημειώνουν ότι η σημερινή θέση της Ουκρανίας είναι διαφορετική από εκείνη των πρώτων χρόνων του πολέμου.

Όταν ο Τραμπ επέστρεψε στην εξουσία, ανακοίνωσε ότι η πολιτική απομόνωσης της Ρωσίας έπρεπε να τερματιστεί και αναθεώρησε βασικές επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Ακολούθησε η επεισοδιακή συνάντησή του με τον Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο, κατά την οποία ο Ουκρανός πρόεδρος δέχθηκε δημόσιες επιπλήξεις επειδή δεν φορούσε κοστούμι και επειδή, κατά τους Αμερικανούς συνομιλητές του, δεν εξέφραζε αρκετή ευγνωμοσύνη για τη βοήθεια των ΗΠΑ.

Ο Ζελένσκι κατάφερε στη συνέχεια να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με την Ουάσιγκτον, αλλά η αμερικανική πολιτική είχε ήδη αλλάξει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες σταμάτησαν να προσφέρουν δωρεάν όπλα στην Ουκρανία, απαιτώντας πλέον από το Κίεβο και τους δυτικούς συμμάχους του να πληρώνουν για τις προμήθειες.

Στο διάστημα που ακολούθησε, η Ουκρανία ανέπτυξε σημαντικά τη δική της αμυντική βιομηχανία, περιορίζοντας την εξάρτησή της από ορισμένα αμερικανικά οπλικά συστήματα. Αυτή η εξέλιξη προσφέρει στον Ζελένσκι μεγαλύτερα περιθώρια να αντιδρά στις πιέσεις του Τραμπ. «Η δυνατότητα πίεσης που διαθέτει ο Τραμπ μέσω της διακοπής της παροχής υλικού στην Ουκρανία είναι πλέον πολύ περιορισμένη», υποστηρίζει ο Νίκο Λάνγκε.

Όπως εξηγεί, εξακολουθεί να επικρατεί η αντίληψη ότι χωρίς αμερικανική βοήθεια η Ουκρανία θα χάσει αυτομάτως τον πόλεμο, όμως αυτή η εκτίμηση δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις σημερινές συνθήκες. Παρά ταύτα, υπάρχουν κρίσιμοι τομείς στους οποίους η αμερικανική συνδρομή παραμένει αναντικατάστατη.

Η αγωνία για τους Patriot και η εξάντληση των αποθεμάτων

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί στο Κίεβο το ενδεχόμενο να σταματήσει η παροχή αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot.
Η Σολομίγια Μπομπρόφσκα, μέλος της Επιτροπής Άμυνας του ουκρανικού Κοινοβουλίου και αναπληρώτρια επικεφαλής της ουκρανικής αντιπροσωπείας στο ΝΑΤΟ, εκφράζει φόβους ότι μια τέτοια απόφαση θα είχε σοβαρές συνέπειες για την αεράμυνα της χώρας. Τα παγκόσμια αποθέματα των συγκεκριμένων πυραύλων έχουν μειωθεί σημαντικά, κυρίως λόγω του πολέμου στο Ιράν, ενώ η Ουκρανία εξακολουθεί να λαμβάνει έναν μικρό αριθμό κάθε μήνα. Η Μπομπρόφσκα επισημαίνει ότι το Κίεβο και οι σύμμαχοί του πρέπει να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις, ώστε να περιορίσουν τη μελλοντική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ξεκαθαρίζει, ωστόσο, ότι η Ουκρανία δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τον αγώνα της.
«Αν θέλετε να ακούσετε από εμένα τις λέξεις “ειρήνη” και “συνθηκολόγηση”, αυτό δεν αποτελεί καν επιλογή», αναφέρει.

Το χαμόγελο του Ζελένσκι στις Βρυξέλλες που τα είπε όλα

Η έκταση της δυσπιστίας ανάμεσα στους δύο ηγέτες αποτυπώθηκε και σε ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο από τη συνέντευξη Τύπου του Ζελένσκι στο Βέλγιο, την Παρασκευή. Όταν δημοσιογράφος τον ρώτησε εάν θεωρεί ότι ο Τραμπ τον χρησιμοποιεί ως αποδιοπομπαίο τράγο για τα δικά του πολιτικά προβλήματα, ο Ουκρανός πρόεδρος επέλεξε να μην απαντήσει αμέσως. Χαμογέλασε διακριτικά, έκανε μια παρατεταμένη παύση και περίμενε, προκαλώντας γέλια στην αίθουσα. Στη συνέχεια πλησίασε το μικρόφωνο και είπε: «Αυτή είναι η απάντησή μου». Το στιγμιότυπο, όπως σημειώνουν οι New York Times, ανέδειξε με ιδιαίτερο τρόπο την αγανάκτηση του Ουκρανού προέδρου, ο οποίος αυτή τη φορά δεν επιχείρησε να συγκαλύψει πλήρως τη δυσαρέσκειά του για την αμερικανική στάση.

«Μια κατάσταση στην οποία χάνουν όλοι»

Το πού μπορεί να οδηγήσει η αντιπαράθεση παραμένει αβέβαιο. Ο Μπάλαζ Γιάραμπικ, πρώην διπλωμάτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Κίεβο και σήμερα αναλυτής στην εταιρεία R. Politik, εκτιμά ότι η σύγκρουση δεν εξυπηρετεί καμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές. «Είναι μια κατάσταση στην οποία χάνουν όλοι», επισημαίνει, εξηγώντας ότι η εξέλιξη είναι αρνητική για τον Τραμπ, τον Ζελένσκι και τους Ευρωπαίους.

Κατά τους αναλυτές, η συνέχιση της αντιπαράθεσης θα μπορούσε να ευνοήσει τη Ρωσία, καθώς θα αποδυνάμωνε τη συνεργασία μεταξύ της Ουκρανίας και των δυτικών συμμάχων της. Παράλληλα, μια πλήρης διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας θα μπορούσε να αποδειχθεί πολιτικά επιζήμια και για τον ίδιο τον Τραμπ, ο οποίος ήδη δέχεται επικρίσεις από στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος για τη στάση του απέναντι στο Κίεβο.

Ο Χάρι Νεντέλκου, ανώτερο στέλεχος της ευρωπαϊκής συμβουλευτικής εταιρείας Rasmussen Global, θεωρεί ότι το διάστημα μέχρι τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές θα είναι καθοριστικό. Όπως σημειώνει, ο Τραμπ θέλει αφενός να δείξει στους Αμερικανούς ψηφοφόρους ότι προσπαθεί να περιορίσει τις τιμές των καυσίμων και αφετέρου να αντιμετωπίσει την κριτική που δέχεται από το ίδιο του το κόμμα. Από γεωπολιτική άποψη, ωστόσο, ο Νεντέλκου χαρακτηρίζει την αμερικανική στάση «πισώπλατο μαχαίρωμα» και «γεωπολιτική προδοσία».

Το συμπέρασμα της ανάλυσης των New York Times είναι ότι η κρίση στις σχέσεις Τραμπ και Ζελένσκι έχει πλέον ξεπεράσει το επίπεδο μιας προσωπικής αντιπαράθεσης. Το πραγματικό διακύβευμα είναι εάν η Ουκρανία θα συνεχίσει να διαθέτει την αμερικανική επιχειρησιακή υποστήριξη που χρειάζεται για να αντιμετωπίζει τις ρωσικές επιθέσεις.

Και ενώ το Κίεβο έχει αποκτήσει μεγαλύτερη στρατιωτική αυτονομία από ό,τι στο παρελθόν, η πιθανή απώλεια κρίσιμων πληροφοριών, δορυφορικών υπηρεσιών και πυραύλων αεράμυνας θα μπορούσε να έχει άμεσες συνέπειες τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στην ασφάλεια εκατομμυρίων Ουκρανών πολιτών.

Κύλιση στην κορυφή