Ιπποκράτειο: Ποινή φυλάκισης τριών ετών και πρόστιμο 30.000€ στον διευθυντή για υπόθεση «φακελακίου»

Με την καταδίκη του διευθυντή της Καρδιοχειρουργικής Κλινικής του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου ολοκληρώθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Το δικαστήριο έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών ετών με αναστολή μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, χωρίς την αναγνώριση ελαφρυντικών.

Ο γιατρός καταδικάστηκε για το ότι ζήτησε και έλαβε το ποσό των 3.000 ευρώ από τη σύζυγο ασθενούς που είχε υποβληθεί σε καρδιοχειρουργική επέμβαση. Παράλληλα, του επιβλήθηκε χρηματική ποινή 30.000 ευρώ, καθώς και εγγυοδοσία ύψους 20.000 ευρώ.

Κατά την απολογία του, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε εξαρχής τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε απαίτησε χρήματα. Εμφανίστηκε συγκινημένος, κάνοντας λόγο για μια ιδιαίτερα απαιτητική χειρουργική επέμβαση, η επιτυχής έκβαση της οποίας –όπως ανέφερε– αποτέλεσε κορυφαία στιγμή της επαγγελματικής του πορείας. Τόνισε ότι αισθανόταν βαθιά ικανοποίηση για τη σωτηρία του ασθενούς και ότι τα όσα ακολούθησαν ήταν αποτέλεσμα παρεξήγησης.

Ο ίδιος αρνήθηκε ότι ανέφερε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά στη σύζυγο του ασθενούς, επιμένοντας πως η μόνη σχετική αναφορά που έκανε αφορούσε την πρόθεσή του να παραθέσει τραπέζι στους συνεργάτες του, λόγω της επιτυχίας της επέμβασης. Υποστήριξε ότι δεν υπήρξε καμία νύξη για οικονομική συμμετοχή της οικογένειας του ασθενούς.

Αναφερόμενος στο περιστατικό της παράδοσης των χρημάτων, ο γιατρός ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν υπό έντονη πίεση χρόνου και δεν αντιλήφθηκε τι ακριβώς του έδινε η γυναίκα, αποδίδοντας τη στάση του στο άγχος και στην ένταση της στιγμής.

Αντίθετη ήταν η εικόνα που παρουσίασε στο δικαστήριο η σύζυγος του ασθενούς, η οποία κατέθεσε ότι ο γιατρός της ζήτησε ευθέως 3.000 ευρώ, μειώνοντας –όπως είπε– το αρχικό ποσό που συνήθως λάμβανε. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, τα χρήματα παραδόθηκαν στο γραφείο του, ενώ αμέσως μετά επενέβη η αστυνομία, εντοπίζοντας στην κατοχή του τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα.

Ο εισαγγελέας της έδρας επισήμανε ότι καθοριστικό στοιχείο της υπόθεσης ήταν ο εντοπισμός των χρημάτων στον κατηγορούμενο, τονίζοντας πως ανεξάρτητα από το αν υπήρξε ρητή απαίτηση, η κατοχή του ποσού συνδέεται άμεσα με την πράξη του.

Παρά τις καταθέσεις ασθενών και μαρτύρων υπεράσπισης που έκαναν λόγο για στοχοποίηση και αμφισβήτησαν τις κατηγορίες, το δικαστήριο υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση και εξέδωσε καταδικαστική απόφαση, κλείνοντας μια υπόθεση που ανέδειξε τα όρια ανάμεσα στην ιατρική προσφορά, την ευγνωμοσύνη και τη δωροληψία.

Κύλιση στην κορυφή