Σύμφωνα με τη Βασιλική Θάνου, τυπικά, τον τελευταίο λόγο για τη θητεία των Ελλήνων Ευρωπαίων Εισαγγελέων τον έχει ο Άρειος Πάγος
Η Βασιλική Θάνου, πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου, που διετέλεσε υπηρεσιακή πρωθυπουργός το 2015, η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και πρώην ειδική σύμβουλος του Αλέξη Τσίπρα κατά την περίοδο 2018-2019, προχωρά σήμερα σε παρέμβασή της για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και στο κατά πόσο ο Άρειος Πάγος είναι αυτός που αποφασίζει για την ανανέωση ή μη της θητείας των τριών Ελλήνων Εισαγγελέων που υπηρετούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Η κ. Θάνου με άρθρο της στην εφημερίδα «Δημοκρατία», με τίτλο «Η επιλογή και ο διορισμός των Ευρωπαίων εισαγγελέων», αφού τονίζει πως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ανεξάρτητο όργανο της ΕΕ και έχει αρμοδιότητα για έρευνα, δίωξη και παραπομπή στη Δικαιοσύνη για αδικήματα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσθέτει ότι λειτουργεί ενιαία από το 2021, με κεντρικό και εθνικό επίπεδο.
Στη συνέχεια, η πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου επισημαίνει πως η επιλογή των εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων γίνεται σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο είναι ότι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου επιλέγει τους υποψηφίους σε εθνικό επίπεδο, ενώ σε δεύτερο στάδιο ο τελικός διορισμός (ή ανανέωση) γίνεται από το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, έπειτα από αξιολόγηση.
Η θητεία των Ευρωπαίων Εισαγγελέων είναι πενταετής, όπως υπενθυμίζει και τονίζει ότι υπάρχει δυνατότητα ανανέωσης, έπειτα από αξιολόγηση της απόδοσης και του έργου τους. Μάλιστα, η διαδικασία ανανέωσης ξεκινά τουλάχιστον έξι μήνες πριν από τη λήξη της θητείας.
Βασιλική Θάνου: Ο Άρειος Πάγος μπορεί να μην αποδεχθεί την ανανέωση της θητείας της Πόπης Παπανδρέου στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία
Σε αυτό το σημείο επισημαίνει ότι η θητεία των Ελλήνων Ευρωπαίων Εισαγγελέων, της Πόπης Παπανδρέου, της Χαρίκλειας Θάνου και του Διονύση Μουζάκη, έχει αποφασιστεί από τον περασμένο Νοέμβριο να ανανεωθεί. Σημειωτέον ότι η θητεία τους λήγει τον Ιούνιο που μας έρχεται. Μάλιστα, η πάλαι ποτέ στενή σύμβουλος του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα φαίνεται πως δικαιώνει την άποψη του Άδωνι Γεωργιάδη, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος είναι αυτός που έχει την τελική αρμοδιότητα να αποφασίσει για το αν θα αποδεχθεί ή όχι την ανανέωση της θητείας των τριών Ελλήνων Ευρωπαίων Εισαγγελέων.
Για την ακρίβεια, η Βασιλική Θάνου τονίζει στο άρθρο της ότι τυπικά υπάρχει δυνατότητα μη αποδοχής της ανανέωσης από τον Άρειο Πάγο, αλλά επισημαίνει ταυτόχρονα πως μια τέτοια απόφαση θα ήταν θεσμικά ασυνήθιστη και θα δημιουργούσε σοβαρά ερωτήματα συνέπειας και αξιοπιστίας. Μάλιστα, η ίδια δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι βρίσκονται σε εξέλιξη σημαντικές έρευνες, όπως υποστηρίζει, για σοβαρά οικονομικά εγκλήματα εις βάρος της ΕΕ, στις οποίες έχουν ήδη εντοπιστεί συγκεκριμένα πρόσωπα. Έτσι, υπονοεί πως η μη ανανέωση της θητείας θα μπορούσε να επηρεάσει τη συνέχεια ή την αξιοπιστία των ερευνών.
Για την ακρίβεια, στο άρθρο της Βασιλικής Θάνου τονίζεται:
«Τουλάχιστον έξι μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς θητείας, το Συλλογικό Όργανο (Κολέγιο) της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ύστερα από πρόταση του Ευρωπαίου γενικού εισαγγελέα και κατόπιν αξιολόγησης της θητείας, αποφασίζει για την ανανέωση του διορισμού.
Κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω οριζόμενης διαδικασίας, το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έλαβε απόφαση τον Νοέμβριο του 2025 για την ανανέωση της θητείας των Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων, οι οποίοι είχαν θητεία που έληγε τον Ιούνιο του 2026, ύστερα από αξιολόγηση του μέχρι σήμερα έργου τους.
Θεωρητικά μεν, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, το οποίο θα συνεδριάσει εντός του Μαΐου, θα μπορούσε να μην αποδεχθεί την απόφαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας περί ανανέωσης της θητείας. Πλην, όμως, μια τέτοια αντίθετη απόφαση θα δημιουργούσε, δικαιολογημένα, πλείστα ερωτήματα, με δεδομένο ότι ο Άρειος Πάγος έχει επιλέξει, προγενέστερα, ως καταλληλότερα τα πρόσωπα αυτά. Και κυρίως με δεδομένο ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η διενέργεια σημαντικών ερευνών για την τέλεση σοβαρών αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις οποίες έρευνες έχουν εντοπισθεί συγκεκριμένα ποινικά πρόσωπα, τα οποία φέρονται ότι διέπραξαν σοβαρές αξιόποινες πράξεις».
















