του Μιχάλη Χουρδάκη
Βουλευτή Α’ Θεσσαλονίκης
Εκπρόσωπου Τύπου στο «Κίνημα Δημοκρατίας»
Καθηγητή Ιατρικής Α.Π.Θ.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια ιστορική καμπή. Οι βεβαιότητες των προηγούμενων δεκαετιών καταρρέουν, το διεθνές σύστημα επανασχεδιάζεται με όρους ισχύος και όχι κανόνων, και οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται με ταχύτητα που δεν επιτρέπει αυταπάτες. Κι όμως, μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ηγεσίας εξακολουθεί να μιλά και να σκέφτεται σαν να ζούμε σε έναν κόσμο που έχει ήδη τελειώσει.
Οι πρόσφατες δηλώσεις κορυφαίων αξιωματούχων, όπως αυτές της Κάγια Κάλας, αλλά και τοποθετήσεις από την πλευρά του ευρωατλαντικού συστήματος ασφάλειας, δεν είναι μεμονωμένα φαινόμενα. Αποτελούν σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος: μιας ευρύτερης κρίσης πολιτικής ηγεσίας στον ευρωπαϊκό και ευρωατλαντικό χώρο. Όταν ευρωπαϊκό έδαφος απειλείται ανοιχτά, ακόμη και από χώρες που θεωρούνται σύμμαχοι, και η απάντηση περιορίζεται σε γενικόλογες αναφορές περί «διχασμών που ωφελούν τρίτους», τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι στρατηγικό.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικές είναι και δηλώσεις από την πλευρά του ΝΑΤΟ, όπως αυτή του Μαρκ Ρούτε ότι «το κύριο πρόβλημα αυτή τη στιγμή δεν είναι η Γροιλανδία, αλλά η Ουκρανία». Όχι επειδή η Ουκρανία δεν αποτελεί μείζον ζήτημα ασφάλειας -το αντίθετο. Αλλά επειδή τέτοιες τοποθετήσεις αποτυπώνουν μια επικίνδυνη λογική ιεράρχησης κρίσεων, που αγνοεί τη συνολική εικόνα και υποβαθμίζει τη σημασία της εδαφικής ακεραιότητας εντός του ευρωπαϊκού χώρου. Η ασφάλεια δεν λειτουργεί με συμψηφισμούς ούτε με επιλεκτική προσοχή.
Το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι η έλλειψη θεσμών, πόρων ή δυνατοτήτων. Είναι η απουσία πολιτικής ηγεσίας με στρατηγικό βάθος. Ηγεσίες που συγχέουν τη διαχείριση με τη στρατηγική, τη ρητορική με την πολιτική, τη συναίνεση με την ακινησία. Σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες δυνάμεις μιλούν ανοιχτά για συμφέροντα και ισχύ, η Ευρωπαϊκή Ένωση συχνά εγκλωβίζεται σε έναν αυτάρεσκο ηθικό λόγο, αποκομμένο από τις πραγματικές συσχετίσεις δύναμης.
Η αδυναμία αυτή συνδέεται άμεσα με την αποτυχία της Ευρώπης να αρθρώσει έναν αυτόνομο στρατηγικό λόγο. Όσο η Ένωση παραμένει εξαρτημένη από ένα ευρωατλαντικό πλαίσιο, στο οποίο οι προτεραιότητες δεν ταυτίζονται πάντα με τις ευρωπαϊκές ανάγκες -και σίγουρα όχι με τα συμφέροντα των κρατών-μελών της περιφέρειας– η λεγόμενη «στρατηγική αυτονομία» παραμένει κενό σύνθημα.
Ενδεικτική, σε αντίστιξη, ήταν η χθεσινή ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού στο Νταβός. Με καθαρό και ρεαλιστικό λόγο αναγνώρισε ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο σκληρών επιλογών, όπου η δημοκρατία, η κυριαρχία και η κοινωνική συνοχή δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένες. Μίλησε ανοιχτά για πολιτικές αποφάσεις που έχουν κόστος και για την ανάγκη ηγεσίας που δεν κρύβεται πίσω από τεχνικούς όρους ή διπλωματικές υπεκφυγές.
Η σύγκριση αυτή αναδεικνύει με σαφήνεια το ευρωπαϊκό έλλειμμα. Όχι επειδή άλλες χώρες είναι ισχυρότερες από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά επειδή δείχνουν τι σημαίνει πολιτική ηγεσία που αντιλαμβάνεται τον ιστορικό χρόνο και αναλαμβάνει ευθύνη. Η Ευρώπη, αντίθετα, εδώ και καιρό διοικείται από ηγεσίες μικρές απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις, ανίκανες να αρθρώσουν συνεκτικό όραμα για τον ρόλο της στον κόσμο.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, αυτή η ευρωπαϊκή αδυναμία δεν είναι θεωρητικό ζήτημα. Είναι υπαρξιακό. Ως χώρα πρώτης γραμμής, με εξωτερικά σύνορα της Ένωσης και μακρά εμπειρία αναθεωρητικών πιέσεων, γνωρίζει καλά τι σημαίνει να αντιμετωπίζεις απειλές με ευρωπαϊκές εκκλήσεις για «ισορροπία» και «αυτοσυγκράτηση». Η εμπειρία αυτή δείχνει ότι η ασάφεια δεν αποτρέπει τις κρίσεις· τις ενθαρρύνει.
Η Ιστορία έχει δείξει ότι οι κρίσεις δεν καταστρέφουν από μόνες τους τους θεσμούς. Τους καταστρέφει η ανεπάρκεια εκείνων που καλούνται να τους οδηγήσουν. Σε έναν κόσμο μεγάλων ανατροπών, η Ευρώπη δεν αντέχει άλλους μικρούς ηγέτες. Χρειάζεται πολιτικό θάρρος, στρατηγική σκέψη και καθαρό λόγο. Διαφορετικά, κινδυνεύει να μετατραπεί από παγκόσμιος δρών σε παθητικό παρατηρητή -με συνέπειες που θα τις πληρώσουν πρώτα οι πιο εκτεθειμένες χώρες της.













