Της Αλεξίας Χαρακίδα
Η ραγδαία ανάπτυξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης κατά την τελευταία δεκαετία έχει μετασχηματίσει ουσιωδώς το περιβάλλον κοινωνικοποίησης, επικοινωνίας και διαμόρφωσης ταυτότητας των ανηλίκων. Για πρώτη φορά στην ιστορία, η παιδική ηλικία εξελίσσεται εντός ενός ψηφιακού οικοσυστήματος στο οποίο η εμπειρία του χρήστη δεν οργανώνεται από ανθρώπινη διαμεσολάβηση αλλά από αλγοριθμικά συστήματα πρόβλεψης και ενίσχυσης συμπεριφορών. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα νέο πεδίο νομικής προβληματικής, στο οποίο η προστασία των ανηλίκων δεν μπορεί πλέον να εξετάζεται αποκλειστικά υπό το πρίσμα της γονικής ευθύνης ή της ατομικής επιλογής, αλλά αναδεικνύεται ως ζήτημα θετικής υποχρέωσης της Πολιτείας στο πλαίσιο της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού.
Η αρχή αυτή, θεμελιωμένη στο διεθνές δίκαιο προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού και ενσωματωμένη στη σύγχρονη ευρωπαϊκή και συνταγματική έννομη τάξη, επιβάλλει την προτεραιοποίηση της σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ανάπτυξης του ανηλίκου σε κάθε κρατική ή ιδιωτική δραστηριότητα που τον αφορά. Δεν πρόκειται για αφηρημένη ηθική κατευθυντήρια γραμμή, αλλά για δεσμευτικό νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει ενεργητικές παρεμβάσεις όταν υφίσταται προβλέψιμος κίνδυνος βλάβης. Στην εποχή των αλγορίθμων, ο κίνδυνος αυτός δεν είναι υποθετικός· είναι δομικός και ενσωματωμένος στον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας των ψηφιακών πλατφορμών.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βασίζονται σε οικονομικά μοντέλα μεγιστοποίησης της προσοχής του χρήστη. Οι αλγόριθμοι προτείνουν περιεχόμενο με γνώμονα την αύξηση του χρόνου παραμονής και της αλληλεπίδρασης, αξιοποιώντας μηχανισμούς συμπεριφορικής ψυχολογίας, επαναλαμβανόμενης επιβράβευσης και συναισθηματικής διέγερσης. Ωστόσο, οι ανήλικοι κάτω των 15 ετών βρίσκονται σε στάδιο μη ολοκληρωμένης νευρογνωστικής ανάπτυξης, με περιορισμένη ικανότητα αυτορρύθμισης, κριτικής αξιολόγησης και πρόβλεψης μακροπρόθεσμων συνεπειών. Η έκθεσή τους σε συστήματα σχεδιασμένα να ενισχύουν την εξάρτηση από την ψηφιακή επιβεβαίωση δημιουργεί αυξημένους κινδύνους εθιστικής συμπεριφοράς, διαταραχών αυτοεικόνας, άγχους, κοινωνικής σύγκρισης και διαδικτυακής παρενόχλησης.
Η νομική σημασία των ανωτέρω έγκειται στο γεγονός ότι η συγκατάθεση ή η «ελεύθερη χρήση» των πλατφορμών από ανηλίκους δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρως αυτοκαθοριζόμενη. Όταν η αρχιτεκτονική του ψηφιακού περιβάλλοντος αξιοποιεί συστηματικά γνωστικές αδυναμίες που συνδέονται με την ηλικία, η έννοια της ατομικής ευθύνης αποδυναμώνεται και ενεργοποιείται η υποχρέωση προστατευτικής παρέμβασης του κράτους. Η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού επιβάλλει, συνεπώς, όχι μόνο την αποτροπή άμεσης βλάβης αλλά και την πρόληψη συνθηκών που υπονομεύουν μακροπρόθεσμα την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.
Στο επίπεδο του συνταγματικού δικαίου, η προστασία της παιδικής ηλικίας συνδέεται άρρηκτα με την αξία του ανθρώπου και το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Το κοινωνικό κράτος δικαίου δεν περιορίζεται σε παθητική ανοχή κοινωνικών φαινομένων αλλά υποχρεούται να παρεμβαίνει όταν ιδιωτικές δομές ισχύος επηρεάζουν ουσιωδώς θεμελιώδη δικαιώματα. Οι ψηφιακές πλατφόρμες, λόγω της παγκόσμιας εμβέλειας και της αλγοριθμικής επιρροής τους, λειτουργούν πλέον ως κανονιστικοί παράγοντες συμπεριφοράς, διαμορφώνοντας πρότυπα κοινωνικής αποδοχής, αυτοαντίληψης και επικοινωνίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η απουσία επαρκούς ρυθμιστικού πλαισίου δεν συνιστά ουδετερότητα αλλά ενδέχεται να ισοδυναμεί με κρατική παράλειψη προστασίας.
Η ευρωπαϊκή έννομη τάξη έχει ήδη αναγνωρίσει την ανάγκη αυξημένης προστασίας των ανηλίκων στο ψηφιακό περιβάλλον, ιδίως μέσω της ενίσχυσης των κανόνων προστασίας δεδομένων και της επιβολής αυξημένων υποχρεώσεων επιμέλειας στους παρόχους ψηφιακών υπηρεσιών. Ωστόσο, η υφιστάμενη ρύθμιση παραμένει σε μεγάλο βαθμό αντιδραστική, εστιάζοντας στην αντιμετώπιση παραβιάσεων μετά την επέλευσή τους και όχι στον ίδιο τον σχεδιασμό των πλατφορμών. Η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού επιτάσσει μετατόπιση προς ένα προληπτικό μοντέλο ρύθμισης, στο οποίο ο έλεγχος επεκτείνεται στην αλγοριθμική αρχιτεκτονική και όχι μόνο στο περιεχόμενο.
Υπό το πρίσμα αυτό, η Πολιτεία οφείλει να υιοθετήσει ένα συνεκτικό κανονιστικό πλαίσιο που να περιλαμβάνει υποχρεωτική και αξιόπιστη επαλήθευση ηλικίας, προεπιλεγμένες ρυθμίσεις αυξημένης ιδιωτικότητας για ανηλίκους, περιορισμούς στην αλγοριθμική προώθηση επιβλαβούς περιεχομένου, απαγόρευση στοχευμένης διαφήμισης προς παιδιά και ενσωμάτωση αρχών προστασίας ανηλίκων ήδη από το στάδιο σχεδιασμού των ψηφιακών υπηρεσιών. Παράλληλα, απαιτείται θεσμική συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών φορέων, οικογένειας και ανεξάρτητων αρχών, ώστε η ψηφιακή παιδεία να λειτουργεί συμπληρωματικά προς τη νομική ρύθμιση.
Η προστασία των ανηλίκων στον ψηφιακό χώρο δεν συνιστά περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης ούτε τεχνοφοβική αντίδραση στην καινοτομία. Αντιθέτως, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ουσιαστικής αυτονομίας του μελλοντικού ενήλικα. Ένα παιδί του οποίου η προσωπικότητα διαμορφώνεται υπό συνθήκες αλγοριθμικής χειραγώγησης δεν ασκεί πραγματική ελευθερία, αλλά προσαρμόζεται σε μηχανισμούς συμπεριφορικής καθοδήγησης που δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί ή να ελέγξει.
Κατά συνέπεια, στην εποχή των αλγορίθμων, η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού αποκτά νέο κανονιστικό περιεχόμενο: μετατρέπεται από γενική προστατευτική αρχή σε θεμέλιο ψηφιακής συνταγματικότητας. Η Πολιτεία καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της όχι ως απλού ρυθμιστή της αγοράς τεχνολογίας, αλλά ως εγγυητή της παιδικής ανάπτυξης απέναντι σε συστήματα που διαθέτουν πρωτοφανή ικανότητα επιρροής. Η αποτελεσματική προστασία των ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αποτελεί πλέον επιλογή πολιτικής προτεραιότητας, αλλά νομική αναγκαιότητα που απορρέει άμεσα από τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας.
H Αλεξία Χαρακίδα έχει σπουδάσει Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνική Διοίκηση ΔΠΘ, ΠΜΣ Δημοσιογραφία και Νέα Μέσα ΕΚΠΑ, ΠΜΣ Δημόσιο Δίκαιο και Δημόσια Πολιτική ΕΚΠΑ και είναι Υποψήφια Διδάκτωρ Νομικής Αθηνών.














