Παρά το γεγονός ότι η δημοτικότητά του παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν καταγράφει μια περιορισμένη αλλά αξιοσημείωτη ανάκαμψη, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του βαρόμετρου IFOP.
Η έρευνα, που εδώ και 65 χρόνια παρακολουθεί συστηματικά την απήχηση των Γάλλων πολιτικών ηγετών, δείχνει ότι ο Μακρόν κερδίζει συνολικά τέσσερις μονάδες μέσα σε δύο μήνες, φτάνοντας τον Ιανουάριο το 20% αποδοχής.
Η άνοδος αυτή αποδίδεται κυρίως στο διεθνές περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, το οποίο φαίνεται να λειτουργεί υπέρ του Γάλλου προέδρου, προσφέροντάς του μια πολιτική «ανάσα». Υπενθυμίζεται ότι στα τέλη του 2025 η δημοτικότητά του είχε υποχωρήσει στο 16%, πλησιάζοντας επικίνδυνα το ιστορικό χαμηλό του Φρανσουά Ολάντ το 2014, όταν μόλις το 13% των πολιτών δήλωνε ικανοποιημένο από την προεδρική του δράση.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση της εικόνας του Μακρόν διαδραματίζει τόσο η στάση του στις διεθνείς εξελίξεις όσο και η όξυνση της αντιπαράθεσής του με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ.
Σε αντίθεση με τον πρόεδρο, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί καταγράφει πτώση δύο μονάδων στη δημοτικότητά του, η οποία διαμορφώνεται πλέον στο 33%. Παρ’ όλα αυτά, η εξέλιξη αυτή θεωρείται συγκρατημένη, καθώς —όπως επισημαίνεται— από την εποχή του Μισέλ Ροκάρ στα τέλη της δεκαετίας του 1980, είναι η πρώτη φορά που πρωθυπουργός δεν υφίσταται σοβαρή πολιτική φθορά μετά την επίκληση του άρθρου 49.3 του Συντάγματος.
Ο Λεκορνί έκανε πρόσφατα χρήση της συγκεκριμένης συνταγματικής διάταξης, προκειμένου να εγκριθεί ο κρατικός προϋπολογισμός του 2026 χωρίς ψηφοφορία από τη γαλλική Εθνοσυνέλευση, μια επιλογή που στο παρελθόν είχε προκαλέσει έντονες πολιτικές αντιδράσεις και απότομη πτώση της δημοτικότητας των εκάστοτε πρωθυπουργών.















