Η πρόσφατη επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα με τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα (ΕΛ.Α.Σ.) και η κάθοδος της Μαρίας Καρυστιανού στην πολιτική σκηνή αναμφίβολα ανακατεύουν την τράπουλα στον χώρο της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, η πρώτη αποτύπωση των δεδομένων δείχνει ότι οι εσωτερικές αυτές μετατοπίσεις αλλάζουν τις ισορροπίες μεταξύ των μνηστήρων της δεύτερης θέσης, χωρίς όμως να απειλούν την πολιτική κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας.
Το «Ταβάνι» των Νέων Πρωτοβουλιών
Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί ένα πολιτικό restart, όμως οι πρώτες καταγραφές δείχνουν ότι κινείται σε ποσοστά σαφώς χαμηλότερα από εκείνα με τα οποία αποχώρησε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Το νέο του εγχείρημα δείχνει να διεμβολίζει κυρίως την υπάρχουσα Αριστερά και την Πλεύση Ελευθερίας, λειτουργώντας περισσότερο ως ένας μηχανισμός αναδιανομής των ήδη υπαρχουσών αντιπολιτευτικών ψήφων, παρά ως ένα ρεύμα που προσελκύει τη μεσαία τάξη ή τους αναποφάσιστους.
Από την άλλη πλευρά, η Μαρία Καρυστιανού, παρά την ισχυρή συγκινησιακή φόρτιση και τη δεδομένη απήχηση που έχει σε ένα κομμάτι της κοινωνίας λόγω της τραγωδίας των Τεμπών και της δράσης της, διαπιστώνει ότι η μετάβαση από το πεδίο του κοινωνικού ακτιβισμού στην καθαρή κομματική αρένα είναι μια σύνθετη εξίσωση. Το αμιγώς πολιτικό της προφίλ δεν έχει ακόμη «κουμπώσει» με τις ευρύτερες απαιτήσεις του εκλογικού σώματος. Η επιθυμία της για παρέμβαση είναι προφανής, όμως ο χρόνος θα δείξει αν το εγχείρημά της θα αποκτήσει χαρακτηριστικά σταθερού πολιτικού πόλου ή αν θα εγκλωβιστεί σε μια μονοθεματική ατζέντα.
Η Κυριαρχία Μητσοτάκη και το Μεγάλο «Γιατί»
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία διατηρούν ένα καθαρό και ασφαλές προβάδισμα. Η κυβέρνηση, παρά τη φυσιολογική φθορά, δεν αντιμετωπίζει κάποια ορατή απειλή ανατροπής, καθώς η πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης λειτουργεί ως ο καλύτερος χορηγός της πολιτικής της σταθερότητας.
Το μεγάλο, δομικό ερώτημα που καλείται να απαντήσει σύσσωμη η αντιπολίτευση —παλιά και νέα— είναι το γιατί δεν πείθει. Η αδυναμία της να εκμεταλλευτεί την κοινωνική δυσαρέσκεια για την ακρίβεια ή την καθημερινότητα δεν οφείλεται στην έλλειψη προσώπων, αλλά στην έλλειψη ενός αξιόπιστου, εναλλακτικού προγράμματος διακυβέρνησης.
Οι πολίτες μπορεί να δυσφορούν, αλλά δεν βλέπουν στον κατακερματισμένο αντιπολιτευτικό λόγο μια ρεαλιστική πρόταση εξουσίας.
Συμπερασματικά, οι αλλαγές που βλέπουμε αφορούν μια εσωτερική αναδιανομή ισχύος στην «πολυκατοικία» της αντιπολίτευσης. Τσίπρας, Ανδρουλάκης και Καρυστιανού εγκλωβίζονται σε μια μάχη για την ηγεμονία των ηττημένων, αφήνοντας το γενικό εκλογικό σκηνικό και την πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας ουσιαστικά ανέπαφα.
















