Η δικηγόρος Μαρία Γρατσία, στενή συνεργάτιδα της Μαρίας Καρυστιανού και βασική υποστηρίκτριά της στην πολιτική της δραστηριοποίηση, αρνείται τους ισχυρισμούς περί πολιτικής «εκμετάλλευσης» της τραγωδίας των Τεμπών από την κ. Καρυστιανού και παράλληλα αναφέρεται σε στοχευμένη πολιτική στοχοποίηση.
Η Μαρία Γρατσία, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό Politica 89.8 υποστήριξε ότι κεντρικός άξονας της κ. Καρυστιανού είναι η ευθεία αμφισβήτηση του υφιστάμενου πλαισίου περί ευθύνης υπουργών. Η κ. Γρατσία πρόσθεσε ότι «η ειδική μεταχείριση των πολιτικών αποτελεί θεσμική παθογένεια που ενθαρρύνει την παραβατικότητα και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών». «Σε μια ευνομούμενη δημοκρατία, οι υπουργοί πρέπει να ερευνώνται όπως κάθε πολίτης», σημείωσε.
Η κ. Γρατσία απέφυγε να ασκήσει προσωπική κριτική σε συγγενείς που δεν στηρίζουν το εγχείρημα, ωστόσο, σημείωσε ότι υπάρχει και σημαντικός αριθμός συγγενών που στέκεται ανοιχτά στο πλευρό της Μαρίας Καρυστιανού, επισημαίνοντας ότι η κοινή εμπειρία όλων ήταν «κλειστές πόρτες» και θεσμική αδράνεια.
Όπως ανέφερε η κ. Γρατσία η τραγωδία λειτούργησε ως καταλύτης για την ανάδειξη βαθύτερων παθογενειών: από τη λειτουργία της Δικαιοσύνης έως τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων και τις χρόνιες στρεβλώσεις του κράτους.
Απαντώντας στην κριτική περί έλλειψης ιδεολογικού στίγματος, η Μαρία Γρατσία προανήγγειλε την παρουσίαση ολοκληρωμένου προγράμματος και πολιτικής διακήρυξης. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι το εγχείρημα δεν θα ενταχθεί στα παραδοσιακά ιδεολογικά «κουτάκια», αλλά θα κρίνει τις πολιτικές με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον της χώρας και των πολιτών. «Τα παλιά σχήματα έχουν εξαντληθεί στην πράξη», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Στο νέο πολιτικό φορέα, σύμφωνα με τις δηλώσεις της κ. Γρατσία, έχουν θέση πολίτες χωρίς προηγούμενη ουσιαστική εμπλοκή στη διαχείριση της εξουσίας. Η ίδια η Μαρία Γρατσία υπενθύμισε ότι η δική της πολιτική συμμετοχή ήταν το 2023, ως υποψήφια με το κόμμα «Νίκη» στην Α’ Αθηνών –όπου ήρθε δεύτερη σε σταυρούς πίσω από τον Δημήτρη Νατσιό χωρίς να εκλεγεί.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο έντονο ενδιαφέρον που, όπως υποστήριξε, καταγράφεται από την Κρήτη – κυρίως από Ηράκλειο και Χανιά – αλλά και από Έλληνες του εξωτερικού, ανθρώπους με επιστημονικό υπόβαθρο και διάθεση ενεργής συμμετοχής. Όπως τόνισε, οι διεργασίες βρίσκονται σε εξέλιξη και θα γίνουν πιο συγκεκριμένες το επόμενο διάστημα.















