Η Ελλάδα έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις με στόχο τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού της συστήματος, εστιάζοντας στην αξιολόγηση των σχολικών μονάδων, την ενίσχυση του ρόλου των εκπαιδευτικών και την προώθηση του ψηφιακού μετασχηματισμού. Παρά τους οικονομικούς περιορισμούς του παρελθόντος, οι προσπάθειες αυτές αποδεικνύουν ισχυρή δέσμευση για βελτίωση της ποιότητας και της ισότητας στην εκπαίδευση.
Ο ΟΟΣΑ συστήνει ενίσχυση της αυτονομίας των σχολικών μονάδων, σαφή καθορισμό ρόλων και αρμοδιοτήτων, σύνδεση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών με την επαγγελματική μάθηση, βελτίωση της προσχολικής εκπαίδευσης και συνεχή παρακολούθηση των ψηφιακών πρωτοβουλιών.
Το Στρατηγικό Σχέδιο 2025–2027 του υπουργείου Παιδείας στοχεύει στην εφαρμογή αυτών των συστάσεων, με έμφαση στη συνεκτικότητα των δράσεων, την ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και των σχολικών διευθυντών ως παιδαγωγικών ηγετών και την αξιοποίηση της ανατροφοδότησης από τη βάση για συνεχή βελτίωση.
Μεταξύ των πλεονεκτημάτων του συστήματος είναι η αναβάθμιση των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών, η ψηφιακή μετάβαση, η επικαιροποίηση του αναλυτικού προγράμματος με έμφαση στην κριτική σκέψη, η προσχολική εκπαίδευση από 4 ετών, οι επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές, τα Εργαστήρια Δεξιοτήτων και η πρώιμη εκμάθηση ξένων γλωσσών.
Ωστόσο, παρατηρούνται ανισότητες στις επιδόσεις των μαθητών, ιδίως στα μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου, ενώ κοινωνικοοικονομικές και γεωγραφικές διαφορές συνεχίζουν να επηρεάζουν τα μαθησιακά αποτελέσματα. Η συγκεντρωτική διακυβέρνηση και η περιορισμένη ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων στην καθημερινή διδασκαλία αποτελούν προκλήσεις για την ομοιογένεια και την αποτελεσματική εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων.















