Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ βρίσκεται αντιμέτωπος με έντονη πολιτική πίεση εξαιτίας των αποκαλύψεων που σχετίζονται με την υπόθεση Επστάιν, παρότι ο ίδιος δεν είχε καμία προσωπική σχέση με τον εκλιπόντα χρηματιστή και το κύκλωμά του. Η κρίση είναι τέτοια που απειλεί ακόμη και την πολιτική του επιβίωση. Την ίδια στιγμή, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ –του οποίου το όνομα περιλαμβάνεται σε ορισμένα από τα αρχεία της υπόθεσης– δεν δείχνει να αντιμετωπίζει αντίστοιχες συνέπειες.
Καθώς η πολιτική ένταση κλιμακώνεται στη Βρετανία, τα θύματα του Τζέφρι Επστάιν συνεχίζουν να αναζητούν δικαιοσύνη στις ΗΠΑ, καταγγέλλοντας αδράνεια από τις αρχές της Ουάσινγκτον. Η αντίθεση αυτή αποτυπώνει τη διαφορετική πολιτική ισχύ των δύο ηγετών: από τη μία, την ευαλωτότητα του Στάρμερ σε ένα σύστημα έντονης λογοδοσίας· από την άλλη, την ανθεκτικότητα του Τραμπ, ο οποίος προστατεύεται από τον έλεγχο του υπουργείου Δικαιοσύνης και τη στήριξη του Ρεπουμπλικανικού Κογκρέσου.
Το σκάνδαλο Επστάιν εξακολουθεί να εξαπλώνεται διεθνώς, με νέα στοιχεία να αγγίζουν πλέον χώρες όπως η Νορβηγία και η Πολωνία, σχεδόν επτά χρόνια μετά τον θάνατό του. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κοινωνική οργή για οποιαδήποτε σύνδεση με τον καταδικασμένο παιδόφιλο είναι τόσο έντονη, ώστε ο βασιλιάς Κάρολος Γ΄ αφαίρεσε τους βασιλικούς τίτλους από τον αδελφό του, πρίγκιπα Άντριου, και τον απομάκρυνε από το Ουίνδσορ.
Αντίθετα, στις ΗΠΑ δεν έχει υπάρξει αντίστοιχη θεσμική αντίδραση για πρόσωπα με δεσμούς με τον Επστάιν, ο οποίος αυτοκτόνησε στη φυλακή το 2019 πριν δικαστεί για σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων. Μία από τις ελάχιστες γνωστές περιπτώσεις συνεπειών αφορά τον πρώην υπουργό Οικονομικών Λάρι Σάμερς, ο οποίος παραιτήθηκε από το Χάρβαρντ μετά τη δημοσιοποίηση email με τον Επστάιν.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να αφήσει πίσω του τον θόρυβο, με το υπουργείο Δικαιοσύνης να δηλώνει ότι δεν θα προχωρήσει σε περαιτέρω διώξεις. Αν και στα αρχεία περιλαμβάνονται αναφορές –ορισμένες ακίνδυνες και άλλες ιδιαίτερα επιβαρυντικές– δεν έχουν απαγγελθεί κατηγορίες εις βάρος του. Ο ίδιος δήλωσε πρόσφατα ότι «είναι ώρα η χώρα να ασχοληθεί με κάτι άλλο».
Ο Στάρμερ στο επίκεντρο της κρίσης
Στη Βρετανία, ο Στάρμερ δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει το θέμα. Η κυβέρνησή του κλονίστηκε μετά από εσωκομματική ανταρσία βουλευτών των Εργατικών, ενισχύοντας την εικόνα μιας πρωθυπουργίας που δοκιμάζεται διαρκώς. Ο ίδιος αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι γνώριζε τη σχέση του πρώην υπουργού Πίτερ Μάντελσον με τον Επστάιν, παρότι τον είχε διορίσει πρεσβευτή στην Ουάσινγκτον.
Το σκάνδαλο αναζωπυρώθηκε όταν νέα αρχεία υπέδειξαν ότι ο Μάντελσον ενδέχεται να διέρρευσε εμπιστευτικές πληροφορίες στον Επστάιν κατά την οικονομική κρίση του 2008. Ο πρώην υπουργός βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με ποινική έρευνα και παραιτήθηκε τόσο από τη Βουλή των Λόρδων όσο και από το Εργατικό Κόμμα.
Ο Στάρμερ δήλωσε στο κοινοβούλιο ότι ο Μάντελσον «πρόδωσε τη χώρα, το κοινοβούλιο και το κόμμα», ενώ ο ίδιος ο Μάντελσον ζήτησε δημόσια συγγνώμη, αναγνωρίζοντας ότι έκανε λάθος που διατήρησε τη σχέση του με τον Επστάιν μετά την καταδίκη του.
Διαφορετικοί πολιτικοί συσχετισμοί
Οι επιπτώσεις της υπόθεσης φαίνεται να είναι σαφώς βαρύτερες στη Βρετανία απ’ ό,τι στις ΗΠΑ. Εκεί, ο Τραμπ παραμένει πολιτικά ανθεκτικός, παρά τις συνεχείς κρίσεις που περιβάλλουν την προεδρία του. Η στρατηγική του να κατακλύζει την επικαιρότητα με διαρκείς αντιπαραθέσεις φαίνεται να αποδυναμώνει κάθε μεμονωμένη απειλή.
Παρότι τα αρχεία Επστάιν δόθηκαν στη δημοσιότητα μετά από πιέσεις Ρεπουμπλικανών βουλευτών, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η υπόθεση θα αποκτήσει υπαρξιακή διάσταση για τον Τραμπ. Αντίθετα, στη Βρετανία, η κρίση ενισχύει το αφήγημα ενός πρωθυπουργού που βρίσκεται ήδη σε πολιτική φθορά, με τη συζήτηση περί αμφισβήτησης της ηγεσίας του να φουντώνει.
Όπως καταλήγει το CNN, το σκάνδαλο Επστάιν συνεχίζει να ρίχνει βαριά σκιά στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, με εντελώς διαφορετικές συνέπειες για τους ηγέτες που αγγίζει.














