Bloomberg: Τα Στενά του Ορμούζ δεν θα είναι ποτέ ασφαλή χωρίς εκεχειρία -Γιατί μια στρατιωτική αντίδραση δεν μπορεί να πετύχει

Η ασφάλεια στα Στενά του Ορμούζ παραμένει επισφαλής λόγω του πολέμου με το Ιράν, με σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας

Η ασφαλής και μαζική διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη υπό τις παρούσες συνθήκες, καθώς η συνέχιση του πολέμου με το Ιράν δημιουργεί ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου για τη διεθνή ναυτιλία και την παγκόσμια ενεργειακή αγορά, σύμφωνα με το Bloomberg. Παρά τις προσπάθειες του Ντόναλντ Τραμπ να προωθήσει λύσεις μέσω στρατιωτικής παρουσίας και διεθνών συνεργασιών, το δημοσίευμα επισημαίνει ότι οι πιθανότητες άμεσης ομαλοποίησης παραμένουν περιορισμένες χωρίς μια ουσιαστική εκεχειρία.

Καμία ασφάλεια χωρίς εκεχειρία
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους στον κόσμο, καθώς από εκεί διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προμήθειας πετρελαίου. Η διατάραξη της κυκλοφορίας έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις, όπως μείωση της παραγωγής, αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και ελλείψεις σε κρίσιμα ενεργειακά προϊόντα σε πολλές περιοχές, από την Ασία έως την Ευρώπη. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται από τις επιθέσεις του Ιράν σε πλοία, καθώς και από την απειλή ναρκοθέτησης, που καθιστούν τη διέλευση εξαιρετικά επικίνδυνη.

Η στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών επικεντρώνεται στη δημιουργία μιας πολυεθνικής ναυτικής δύναμης που θα συνοδεύει εμπορικά πλοία, διασφαλίζοντας την ασφαλή διέλευσή τους. Ωστόσο, πολλοί σύμμαχοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι σε αυτή την πρόταση. Χώρες όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας προσέγγισης, επισημαίνοντας ότι οι δυνατότητες του Ιράν σε ασύμμετρο πόλεμο -όπως drones, πυραύλους, ταχύπλοα σκάφη και υποβρύχια- μπορούν εύκολα να παρακάμψουν μια περιορισμένη ναυτική παρουσία.

Ακόμη και με αυξημένη στρατιωτική παρουσία, το πρόβλημα παραμένει σύνθετο. Το στενό είναι γεωγραφικά περιορισμένο, με πλάτος μόλις 48 χιλιόμετρα στο στενότερο σημείο του, γεγονός που το καθιστά εύκολο στόχο για επιθέσεις από την ακτή. Αυτό σημαίνει ότι τα εμπορικά πλοία θα πρέπει να βρίσκονται πολύ κοντά σε πολεμικά πλοία για να προστατευθούν, περιορίζοντας έτσι σημαντικά τον αριθμό των πλοίων που μπορούν να κινηθούν ταυτόχρονα.

Παράλληλα, η εμπειρία από την Ερυθρά Θάλασσα και το στενό Μπαμπ αλ-Μαντέμπ δείχνει ότι ακόμη και ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν πλήρως τη ναυσιπλοΐα όταν αντιμετωπίζουν ασύμμετρες απειλές. Οι επιθέσεις των Χούθι από την Υεμένη απέδειξαν ότι μικρής κλίμακας στρατιωτικές ενέργειες μπορούν να έχουν δυσανάλογα μεγάλο αντίκτυπο, αποτρέποντας τα εμπορικά πλοία από το να χρησιμοποιούν κρίσιμες θαλάσσιες οδούς.

Διστακτικοί οι σύμμαχοι
Στο πολιτικό επίπεδο, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις εμφανίζονται ιδιαίτερα προσεκτικές. Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κιρ Στάρμερ, έχει δηλώσει ότι η χώρα του δεν πρόκειται να εμπλακεί άμεσα στη σύγκρουση, ενώ ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, ξεκαθάρισε ότι η συμμετοχή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις για το άνοιγμα των στενών δεν είναι στο τραπέζι υπό τις παρούσες συνθήκες. Ωστόσο, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο συμμετοχής σε ένα σύστημα συνοδείας, εφόσον προηγηθεί αποκλιμάκωση.

Οι στρατιωτικοί αναλυτές συμφωνούν ότι η στρατιωτική λύση είναι η λιγότερο αποτελεσματική επιλογή. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο επιχειρησιακό αλλά κυρίως πολιτικό. Όσο το Ιράν διατηρεί τη δυνατότητα να απειλεί τη ναυτιλία δεν χρειάζεται να κλείσει επίσημα τα Στενά. Αρκεί να δημιουργεί ένα περιβάλλον κινδύνου που αποθαρρύνει τις ναυτιλιακές εταιρείες, τις ασφαλιστικές και τις τράπεζες από το να εμπλακούν.

Ήδη, η πραγματικότητα στην περιοχή δείχνει ότι η διέλευση πραγματοποιείται υπό τον άτυπο έλεγχο της Τεχεράνης. Ορισμένα πλοία έχουν καταφέρει να περάσουν ακολουθώντας διαδρομές κοντά στις ιρανικές ακτές, γεγονός που υποδηλώνει ότι η πρόσβαση εξαρτάται από την ανοχή ή την έγκριση του Ιράν. Αυτό δημιουργεί ένα ιδιότυπο καθεστώς, όπου το σημείο δεν είναι επίσημα κλειστό, αλλά στην πράξη δεν λειτουργεί κανονικά.

Οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία
Οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία είναι ήδη εμφανείς. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί σημαντικά, με το Brent να ξεπερνά τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ η διαθεσιμότητα καυσίμων όπως το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα έχει περιοριστεί. Παρά τις προσπάθειες χωρών όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να διοχετεύσουν πετρέλαιο μέσω εναλλακτικών αγωγών, οι δυνατότητες αυτές δεν επαρκούν για να καλύψουν τη συνολική ζήτηση. Ακόμη και σε περίπτωση λήξης των εχθροπραξιών, η πλήρης αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας δεν είναι εγγυημένη.

Το Ιράν θα μπορούσε να συνεχίσει να χρησιμοποιεί την απειλή διακοπής της κυκλοφορίας ως εργαλείο πίεσης, επιβάλλοντας νέους όρους για τη διέλευση των πλοίων. Ήδη, Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν δηλώσει ότι το καθεστώς λειτουργίας των Στενών δεν θα επιστρέψει στην προπολεμική του μορφή, αλλά θα βασίζεται σε νέους κανόνες που θα εξυπηρετούν τα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας.

Κύλιση στην κορυφή