Αντιδράσεις στις ΗΠΑ για την πώληση F-35 στη Σαουδική Αραβία

Η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ενέκρινε την πώληση 48 μαχητικών αεροσκαφών F-35 στη Σαουδική Αραβία, σηματοδοτώντας μια σημαντική αλλαγή στην αμερικανική πολιτική για την προμήθεια του πλέον προηγμένου μαχητικού αεροσκάφους της Lockheed Martin σε χώρες της Μέσης Ανατολής.

Η απόφαση έχει προκαλέσει αντιδράσεις και ανησυχίες στο Κογκρέσο, κυρίως για τον κίνδυνο να αποκτήσει η Κίνα πρόσβαση σε ευαίσθητη αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία μέσω της Σαουδικής Αραβίας.

Το Ριάντ επιδιώκει εδώ και χρόνια να αποκτήσει το F-35, ένα αεροσκάφος πέμπτης γενιάς με τεχνολογία stealth, η οποία περιορίζει σημαντικά την ικανότητά του να εντοπίζεται από τα εχθρικά συστήματα ραντάρ.

Ωστόσο, η Ουάσινγκτον είχε μέχρι σήμερα αντισταθεί στην πώληση, μεταξύ άλλων λόγω της ειδικής σχέσης της με το Ισραήλ.

Η «ποιοτική στρατιωτική υπεροχή» του Ισραήλ

Η αμερικανική νομοθεσία προβλέπει ότι το Ισραήλ πρέπει να διατηρεί ποιοτική στρατιωτική υπεροχή έναντι των περιφερειακών αντιπάλων του. Αυτό σημαίνει ότι η Ουάσινγκτον οφείλει να λαμβάνει υπόψη κατά την πώληση προηγμένων οπλικών συστημάτων σε άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής το στρατιωτικό πλεονέκτημα του Ισραήλ.

Το Ισραήλ διαθέτει ήδη περίπου 50 F-35 και έχει συμφωνήσει να αποκτήσει επιπλέον αεροσκάφη.

Τον Μάιο, το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε συμφωνία για την προμήθεια μιας ακόμη μοίρας F-35. Η νέα παραγγελία αναμένεται να αυξήσει τον συνολικό αριθμό των F-35 του Ισραήλ στα 100, σύμφωνα με την Jerusalem Post.

Η προτεινόμενη αμερικανική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία αφορά 48 F-35, γεγονός που θα έφερνε το Ριάντ σε αντίστοιχη κλίμακα με τον σημερινό ισραηλινό στόλο, τουλάχιστον ως προς τον αριθμό των αεροσκαφών.

Γιατί ανησυχεί το Κογκρέσο

Η συμφωνία, συνολικής αξίας περίπου 24 δισεκατομμυρίων δολαρίων, περνά τώρα από τη διαδικασία κοινοβουλευτικού ελέγχου. Το Κογκρέσο διαθέτει 30 ημέρες για να εξετάσει την πώληση ή να επιχειρήσει να την μπλοκάρει.

Ο Δημοκρατικός βουλευτής Ράτζα Κρισναμούρθι από το Ιλινόις εξέφρασε την Πέμπτη την αντίθεσή του, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο διαρροής ευαίσθητης αμερικανικής τεχνολογίας.

«Αυτό θα μπορούσε να θέσει τα “κοσμήματα του στέμματος” της αμερικανικής στρατιωτικής τεχνολογίας σε εμβέλεια του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος», δήλωσε.

Παρόμοιες ανησυχίες έχουν εκφράσει και άλλοι Δημοκρατικοί νομοθέτες, καθώς και Αμερικανοί αξιωματούχοι στον τομέα της άμυνας.

Το βασικό ζήτημα είναι η στενή σχέση που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια η Σαουδική Αραβία με την Κίνα. Επικριτές της συμφωνίας φοβούνται ότι η ευαίσθητη τεχνολογία που ενσωματώνεται στα F-35 θα μπορούσε, άμεσα ή έμμεσα, να καταλήξει στο Πεκίνο.

Τι υποστηρίζει η Ουάσινγκτον

Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, ανακοινώνοντας την έγκριση της συμφωνίας, υποστήριξε ότι η πώληση εξυπηρετεί τους στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής ασφάλειας.

Σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η συμφωνία θα ενισχύσει την ασφάλεια ενός σημαντικού συμμάχου των ΗΠΑ εκτός ΝΑΤΟ, ο οποίος αποτελεί παράγοντα πολιτικής σταθερότητας και οικονομικής ανάπτυξης στην περιοχή του Κόλπου.

Το αμερικανικό υπουργείο υποστήριξε επίσης ότι η προτεινόμενη πώληση των αεροσκαφών και του σχετικού εξοπλισμού και της υποστήριξης «δεν θα αλλάξει τη στρατιωτική ισορροπία στην περιοχή».

Η στενή σχέση Τραμπ – Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν

Η απόφαση εντάσσεται στο πλαίσιο της ιδιαίτερα στενής σχέσης που έχει αναπτύξει ο Ντόναλντ Τραμπ με τον Σαουδάραβα πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.

Ο Σαουδάραβας ηγέτης επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο τον περασμένο Νοέμβριο, ενώ οι δύο άνδρες είχαν συναντηθεί και τον Μάιο του περασμένου έτους στο Ριάντ.

Κατά την επίσκεψη εκείνη, οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσαν συμφωνίες για πωλήσεις αμερικανικών οπλικών συστημάτων συνολικής αξίας 142 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο Λευκός Οίκος είχε χαρακτηρίσει τότε τη συμφωνία ως τη «μεγαλύτερη συμφωνία πωλήσεων αμυντικών συστημάτων στην ιστορία».

Ένα F-35A της Lockheed Martin κοστίζει περίπου 82,5 εκατομμύρια δολάρια, χωρίς να υπολογίζονται κατ’ ανάγκη όλες οι επιπλέον δαπάνες που συνδέονται με τον οπλισμό, την υποστήριξη και την υποδομή που απαιτείται για τη λειτουργία του.

Το προηγούμενο του Κασόγκι

Οι πωλήσεις αμερικανικών όπλων στη Σαουδική Αραβία έχουν αποτελέσει επανειλημμένα αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ουάσινγκτον.

Το Κογκρέσο είχε αμφισβητήσει προηγούμενες συμφωνίες με το Ριάντ μετά τη δολοφονία του Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι το 2018.

Η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν είχε εξετάσει το ενδεχόμενο να επιτρέψει την πώληση F-35 στη Σαουδική Αραβία, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας για εξομάλυνση των σχέσεων του Ριάντ με το Ισραήλ.

Η διπλωματική αυτή προσπάθεια, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε.

Ο παράγοντας των Χούθι

Η νέα συμφωνία έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Σαουδική Αραβία βρίσκεται αντιμέτωπη με την αυξανόμενη απειλή των Χούθι στην Υεμένη.

Η ένοπλη οργάνωση, η οποία υποστηρίζεται από το Ιράν, ελέγχει μεγάλο μέρος της δυτικής Υεμένης. Οι Χούθι έχουν επίσης επεκτείνει τον έλεγχό τους σε περιοχές στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, σε βάρος φιλοκυβερνητικών δυνάμεων που υποστηρίζονται από τη Σαουδική Αραβία.

Δύο πηγές με γνώση του θέματος δήλωσαν στο CBS News, τον αμερικανικό συνεργάτη του BBC, ότι ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν άσκησε προσωπικά πιέσεις στον Τραμπ προκειμένου οι ΗΠΑ να αναλάβουν στρατιωτική δράση εναντίον των Χούθι.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει μέχρι στιγμής αρνηθεί να εμπλέξει άμεσα τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις στη σύγκρουση.

Κύλιση στην κορυφή