Ο Ντόναλντ Τραμπ εκφώνησε την ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους, παρουσιάζοντας μια εικόνα δυναμικής επιστροφής των Ηνωμένων Πολιτειών και μιλώντας για μια ιστορική «μεταστροφή» που, όπως υποστήριξε, θα αφήσει αποτύπωμα στους αιώνες. Παρά τις δημοσκοπήσεις που καταγράφουν δυσαρέσκεια για την πορεία της χώρας και χαμηλά ποσοστά αποδοχής για τον ίδιο, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έδωσε κανένα σημάδι αλλαγής πολιτικής κατεύθυνσης.
Με έντονα πατριωτικό λόγο και σαφείς αιχμές κατά των πολιτικών του αντιπάλων, δήλωσε πως «το έθνος μας επέστρεψε» και ότι οι ΗΠΑ είναι ξανά «η πιο καυτή χώρα στον κόσμο». Επικαλέστηκε την αύξηση των εισοδημάτων, την άνοδο του χρηματιστηρίου, τη μείωση των τιμών της βενζίνης, τον περιορισμό του πληθωρισμού και τη δραστική μείωση των παράτυπων μεταναστευτικών ροών στα νότια σύνορα, καταλήγοντας ότι «η χώρα μας κερδίζει ξανά».
Ωστόσο, στη σχεδόν δίωρη ομιλία του δεν παρουσίασε ουσιαστικά νέες πολιτικές πρωτοβουλίες, επαναλαμβάνοντας γνωστές προτάσεις, όπως νέους συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς για εργαζόμενους, ρυθμίσεις για την ενεργειακή επάρκεια των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης και αλλαγές στο σύστημα υγείας. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη συνέχιση της δασμολογικής του πολιτικής, παρά τις αντιδράσεις και τη δικαστική αμφισβήτηση.
Το ζήτημα της μετανάστευσης αποτέλεσε κεντρικό σημείο της ομιλίας, με τον πρόεδρο να υιοθετεί σκληρή ρητορική, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από τους Δημοκρατικούς και θερμά χειροκροτήματα από τους Ρεπουμπλικάνους. Παράλληλα, απέφυγε να αναφερθεί σε πρόσφατα περιστατικά που έχουν προκαλέσει αντιδράσεις σχετικά με την επιβολή της μεταναστευτικής πολιτικής.
Η εξωτερική πολιτική πέρασε σε δεύτερο πλάνο, παρά τις διεθνείς εξελίξεις, καθώς η έμφαση δόθηκε κυρίως στην οικονομία και στα εσωτερικά ζητήματα. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν, ο Τραμπ φαίνεται να επιλέγει τη στρατηγική της συσπείρωσης της εκλογικής του βάσης, ποντάροντας σε μια μελλοντική μεταστροφή του κλίματος υπέρ του.














