Την πρόθεσή της να μην προχωρήσει σε νομοθετικές αλλαγές που θα επέτρεπαν την οριστική επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα επιβεβαίωσε η βρετανική κυβέρνηση, παρά τις διακομματικές πιέσεις που ασκήθηκαν κατά τη διάρκεια συζήτησης στη Βουλή των Λόρδων.
Η Θέση της Κυβέρνησης και το Βρετανικό Μουσείο
Απαντώντας σε ερώτηση του ανεξάρτητου κόμη του Κλάνκαρτι, η υφυπουργός Πολιτισμού, βαρόνη Τουάικρος, ξεκαθάρισε ότι η αλλαγή του νόμου του 1963 (British Museum Act) δεν περιλαμβάνεται στο κυβερνητικό νομοθετικό πρόγραμμα.
Η υφυπουργός εξήγησε ότι το υφιστάμενο πλαίσιο απαγορεύει την οριστική απομάκρυνση εκθεμάτων από τις συλλογές του Μουσείου. Υπογράμμισε ωστόσο ότι το Λονδίνο στηρίζει τις απευθείας συνομιλίες του Βρετανικού Μουσείου με την ελληνική κυβέρνηση, παραπέμποντας στην πάγια θέση περί ενδεχόμενου δανεισμού, εφόσον η Αθήνα αναγνωρίσει την κυριότητα του Μουσείου και παράσχει εγγυήσεις επιστροφής.
Αντιπαράθεση και Επιχειρήματα στη Βουλή των Λόρδων
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης αναπτύχθηκαν ισχυρές διαφωνίες μεταξύ των μελών του σώματος:
- Το Αισθητικό Επιχείρημα: Ο κόμης του Κλάνκαρτι παρομοίασε την κατάσταση με την «Γκερνίκα» του Πικάσο, αναρωτώμενος ποια θα ήταν η αντίδραση αν το έργο είχε διαμελιστεί σε διαφορετικά μουσεία, ενώ ζήτησε στοχευμένη τροποποίηση της νομοθεσίας.
- Η Αναλογία με τα Κοσμήματα του Στέμματος: Η Εργατική βαρόνη Τσακραμπάρτι αμφισβήτησε τη λογική του δανεισμού, σημειώνοντας ότι αν είχαν αφαιρεθεί βρετανικά κοσμήματα του Στέμματος, το Λονδίνο δεν θα αποδεχόταν ποτέ να τα λάβει πίσω ως «δανεικά».
- Η Διεθνής Διάσταση: Η βαρόνη Χουσεΐν-Ετζέ των Φιλελεύθερων Δημοκρατών υπενθύμισε τις επί δεκαετίες διεκδικήσεις της Ελλάδας και την ετοιμότητα του Μουσείου Ακρόπολης, ενώ στον αντίποδα, ο Συντηρητικός υποκόμης Χέιλσαμ εξέφρασε την ανησυχία ότι η επιστροφή θα δημιουργούσε αρνητικό προηγούμενο για άλλες αρχαιότητες βρετανικών μουσείων.
















