Στα χέρια του «Καπετάνιου» έγινε «Panathinaikos»

Είναι τεράστια η «απώλεια» του Γιώργου Βαρδινογιάννη -ο οποίος «έφυγε» την Παρασκευή (16/10) απ’ τη ζωή σε ηλικία 90 ετών- όχι μόνο για την οικογένεια του Παναθηναϊκού, αλλά για το σύνολο του ελληνικού αθλητισμού. Για τους λίγο μεγαλύτερους σε ηλικία Παναθηναϊκούς (τη γενιά των 45άρηδων και άνω), η είδηση του θανάτου του, συνοδεύτηκε κι από ένα… σφίξιμο στο στομάχι, αλλά και με εκατοντάδες αναμνήσεις για όσα έζησαν στην εφηβεία τους, στα μαθητικά ή τα φοιτητικά τους χρόνια, όταν ο ίδιος είχε τα ηνία του ποδοσφαιρικού «τριφυλλιού» και φρόντισε με πολλούς τρόπους να «μεγαλώσει» τον Παναθηναϊκό σ’ όλα τα επίπεδα.

Ο «Καπετάνιος» -όπως ήταν το προσωνύμιό του με το οποίο τον γνώριζαν όλοι- δεν αντιμετώπισε ποτέ τον Παναθηναϊκό ως μια ομάδα που έπρεπε απλώς να διεκδικεί το πρωτάθλημα και να ενισχύεται με ποδοσφαιριστές ικανούς να κάνουν τη διαφορά. Το όραμά του ήταν ευρύτερο: ήθελε έναν σύλλογο με ισχυρή οργανωτική δομή, σύγχρονες εγκαταστάσεις, δικά του ποδοσφαιρικά «φυτώρια» και δυνατότητα να κοιτάζει στα μάτια τους μεγάλους αντιπάλους του στην Ευρώπη.

Αυτή η αντίληψη ήταν που διαφοροποίησε σε σημαντικό βαθμό την περίοδο της δικής του διοίκησης απ’ τις 17 Ιουλίου 1979, όταν έγινε ο πρώτος μεγαλομέτοχος της νεοσύστατης τότε ΠΑΕ έως τις 29 Μαΐου 2000 που ανακοίνωσε την αποχώρησή του απ’ τα κοινά του «τριφυλλιού».

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης συνέδεσε το όνομά του με μεγάλες μεταγραφές, 6 πρωταθλήματα, 9 Κύπελλα, 3 Super Cup και σπουδαίες ευρωπαϊκές βραδιές που έφταναν ως τους ημιτελικούς του Κυπέλλου Πρωταθλητριών (1985) και του Champions League (1996), αλλά και τους προημιτελικούς του UEFA (1988). Πίσω, όμως, απ’ τις επιτυχίες υπήρχε και μια διαφορετική προσέγγιση και μία πολύ διαφορετική φιλοσοφία για τον (ερασιτεχνικό στις περισσότερες των περιπτώσεων) τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε τότε το ελληνικό ποδόσφαιρο: η προσπάθεια να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε ο Παναθηναϊκός να λειτουργεί με επαγγελματικά πρότυπα, σε μια εποχή που το ελληνικό ποδόσφαιρο βρισκόταν ακόμη σε διαφορετικό επίπεδο οργάνωσης.

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της φιλοσοφίας ήταν το προπονητικό κέντρο της Παιανίας. Ένα έργο που δεν σχεδιάστηκε για να προσφέρει απλώς έναν καλύτερο χώρο προπόνησης στην πρώτη ομάδα, αλλά για να αλλάξει την καθημερινότητα του ποδοσφαιρικού τμήματος και να δημιουργήσει ένα περιβάλλον αντάξιο των φιλοδοξιών του συλλόγου.

Η ιδέα για την κατασκευή ενός σύγχρονου προπονητικού κέντρου συνδέθηκε και με τον σερ Αλφ Ράμσεϊ, τον προπονητή που οδήγησε την εθνική Αγγλίας στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1966. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης τον είχε φέρει στον Παναθηναϊκό ως τεχνικό σύμβουλο και η εισήγηση για τη δημιουργία ιδιόκτητων εγκαταστάσεων αποτέλεσε ένα από τα σημεία αναφοράς στον σχεδιασμό της νέας εποχής.

Το μεγάλο όραμά του με την Παιανία

Το 1980 ξεκίνησε η υλοποίηση του σχεδίου. Έπειτα από διαπραγματεύσεις με το Υπουργείο Γεωργίας, αποκτήθηκε έκταση 67 στρεμμάτων και το συνολικό κόστος του εγχειρήματος έφτασε τα 600 εκατομμύρια δραχμές. Στις 16 Δεκεμβρίου 1981 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια των εγκαταστάσεων, παρουσία και του αδερφού του «καπετάνιου», Βαρδή Βαρδινογιάννη και του τότε υφυπουργού Προεδρίας, Γιώργου Κατσιφάρα.

Για τα δεδομένα της εποχής, η Παιανία αποτελούσε μια επένδυση που ξεπερνούσε κατά πολύ τις συνηθισμένες ανάγκες μιας ελληνικής ποδοσφαιρικής ομάδας. Δεν επρόκειτο για μερικά γήπεδα και έναν χώρο όπου θα γίνονταν οι προπονήσεις. Με την πάροδο των χρόνων, το αθλητικό κέντρο εξελίχθηκε σε ένα ολοκληρωμένο, αθλητικό συγκρότημα, με γήπεδα φυσικού και τεχνητού χλοοτάπητα, γυμναστήριο, ιατρεία, χώρους φυσιοθεραπείας, αποδυτήρια, ξενοδοχείο, εστιατόριο και εγκαταστάσεις για την καθημερινή λειτουργία του ποδοσφαιρικού τμήματος.

Το όραμα του «καπετάνιου», ωστόσο, ήταν ακόμη μεγαλύτερο για τον συγκεκριμένο χώρο που δεν ήθελε να τον «περιορίσει» μόνο για τις ανάγκες της πρώτης ομάδας. Η Παιανία (όπως έμαθαν να τη λένε οι «παλιοί») διέθετε χώρους και για τις Ακαδημίες, εντάσσοντας τις μικρότερες ηλικίες σε ένα περιβάλλον που μπορούσε να υποστηρίξει την προπόνηση, την αποκατάσταση και την ποδοσφαιρική τους εξέλιξη. Με στόχο να «βγάζει» ο Παναθηναϊκός τους δικούς του παίκτες, τα δικά του «παιδιά».

Αυτή ήταν και η ουσία της επένδυσης στο μυαλό του Γιώργου Βαρδινογιάννη. Ο Παναθηναϊκός αποκτούσε τη δυνατότητα να οργανώνει μεγάλο μέρος της ποδοσφαιρικής του δραστηριότητας σε έναν ενιαίο χώρο, με εγκαταστάσεις που σταδιακά έγιναν σημείο αναφοράς ακόμη και για ομάδες του εξωτερικού και στη δεκαετία του ’80 θεωρούνταν μέσα στις 5 κορυφαίες της Ευρώπης.

Το προπονητικό κέντρο της Παιανίας (που απ’ το 2025 πέρασε στα χέρια της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας) φιλοξένησε σημαντικούς ευρωπαϊκούς συλλόγους, μεταξύ των οποίων ο Άγιαξ και η Μίλαν. Δεκάδες ομάδες της Κεντρικής Ευρώπης έκαναν εκεί τη χειμερινή προετοιμασία τους, ενώ η σύγκρισή της με το περίφημο «Μιλανέλο» της Μίλαν αποτύπωνε το επίπεδο που είχε καταφέρει να προσεγγίσει.

«Οι ομάδες χτίζονται, δεν αγοράζονται…»

Επί των ημερών του Γιώργου Βαρδινογιάννη στον προεδρικό θώκο του Παναθηναϊκού αποκτήθηκαν τεράστιοι ποδοσφαιριστές: Δημήτρης Σαραβάκος, Βέλιμιρ Ζάετς, Χουάν Ραμόν Ρότσα, Κρίστο Βαζέχα, Χουάν Χοσέ Μπορέλι, Γιόζεφ Βάντσικ, Χρήστος και Θανάσης Δημόπουλος, Κρίστο Κόλεφ είναι μερικά ενδεικτικά ονόματα. Προσπάθησε να φέρει τρεις φορές τον σπουδαίο Γκεόργκι Χάτζι, αλλά και τον Κρίστο Στόιτσκοφ. Χτύπησε την… πόρτα πολλών ακόμη, διότι είχε αυτή τη δυνατότητα, τη δυναμική και την «πειθώ».

Πάνω απ’ όλα όμως ο «καπετάνιος» λάτρευε τον Έλληνα ποδοσφαιριστή και δη τους νεαρούς παίκτες. Σε μία περίοδο που ο πάντοτε απαιτητικός -ως προς τις μεταγραφές- κόσμος αξίωνε μόνο «μεγάλα» ονόματα, ο ίδιος αντιλαμβανόταν ότι μια ομάδα με πρωταγωνιστικές φιλοδοξίες δεν μπορούσε να στηρίζεται αποκλειστικά στις μεταγραφές. Έπρεπε να διαθέτει τις κατάλληλες συνθήκες για να δουλεύουν οι ποδοσφαιριστές της, να αναπτύσσει δικές της μεθόδους προετοιμασίας και να δημιουργεί μια σταθερή βάση για το μέλλον της, με Έλληνες παίκτες. Το περίφημο «…οι ομάδες χτίζονται, δεν αγοράζονται» που έλεγε κάθε καλοκαίρι στον αγιασμό της πρώτης ομάδας είχε μείνει ως μία απ’ τις πλέον χαρακτηριστικές ατάκες του. Και η Παιανία ήταν η υλική έκφραση αυτής της αντίληψης, μαζί βεβαίως με τις Ακαδημίες.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στα τμήματα υποδομής και στην προοπτική να στελεχώνεται ο Παναθηναϊκός από ποδοσφαιριστές που θα είχαν «μεγαλώσει» μέσα στον σύλλογο. Η δραστηριότητα της Ακαδημίας προϋπήρχε της δικής του διοικητικής περιόδου, καθώς είχε ξεκινήσει ήδη από τη δεκαετία του 1950 και ενισχυθεί στη δεκαετία του 1970. Εκείνο που άλλαξε στα χρόνια του ήταν η προσπάθεια να αποκτήσει αυτή η λειτουργία μεγαλύτερη οργάνωση, καλύτερες εγκαταστάσεις και ξεκάθαρη θέση στον συνολικό σχεδιασμό της ομάδας.

Η λογική ήταν συγκεκριμένη: ο Παναθηναϊκός έπρεπε να μπορεί να αναδεικνύει ποδοσφαιριστές που θα στελέχωναν την πρώτη ομάδα, θα γνώριζαν τη νοοτροπία του συλλόγου και θα αποτελούσαν μέρος της αγωνιστικής του ταυτότητας. Δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση, ούτε μπορούσαν όλα τα παιδιά των Ακαδημιών να φτάσουν στο υψηλότερο επίπεδο. Η επένδυση, όμως, στη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών ήταν απαραίτητη για να αυξηθούν οι πιθανότητες να συμβεί αυτό.

Και κόντρα στο… ρεύμα της εποχής και τις αμφισβητήσεις το κατάφερε και αυτό, αφού επί των ημερών του παίκτες όπως ο Γιώργος Καραγκούνης, ο Άγγελος Μπασινάς, ο Γιάννης Γκούμας κι ο Κώστας Χαλκιάς όχι μόνο αναδείχθηκαν απ’ το «πράσινο φυτώριο» κι έφτασαν στην πρώτη ομάδα του Παναθηναϊκού, αλλά έγιναν σημεία αναφοράς για το «τριφύλλι» και πρωταθλητές Ευρώπης με την Ελλάδα στο EURO 2004.

Η επιλογή να δοθεί «χώρος» στους νέους απαιτούσε υπομονή και συνέπεια. Σε αντίθεση με μια μεταγραφή, που μπορούσε να προσφέρει άμεσο αγωνιστικό αποτέλεσμα, η δουλειά στις Ακαδημίες είχε ορίζοντα ετών. Το αποτέλεσμα δεν ήταν πάντοτε ορατό απ’ τη μία σεζόν στην άλλη. Αποτελούσε, όμως, μια επένδυση με διάρκεια, η οποία μπορούσε να επηρεάσει την πορεία του συλλόγου σε βάθος χρόνου.

Η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού προφίλ

Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Γιώργου Βαρδινογιάννη, από το 1979 έως το 2000, ο Παναθηναϊκός κατέκτησε 6 πρωταθλήματα Ελλάδας και 9 Κύπελλα, ενώ πρόσθεσε και 3 Super Cup. Κάτι που «δείχνει» πως παρά το γεγονός ότι ο ίδιος «κατηγορήθηκε» απ’ τους αντιπάλους του για προσπάθεια κυριαρχίας στο χώρο του ελληνικού ποδοσφαίρου, τα δεδομένα ήταν πολύ μοιρασμένοι, καθώς άπαντες (ακόμη και η ΑΕΛ) κατέκτησαν τίτλους.

Το έτερο μεγάλο όραμα του «καπετάνιου», ωστόσο, ήταν η μονιμοποίηση του Παναθηναϊκού στα υψηλά «στρώματα» του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου και η αναγνώρισή του απ’ τους Ευρωπαίους ως μίας σταθερά αναπτυσσόμενης «δύναμης». Βήμα με το βήμα το πέτυχε και αυτό…

Ήταν εκείνος που πήρε τον Παναθηναϊκό του έπους του Γουέμπλεϊ και τον οδήγησε στην επόμενη μέρα. Αυτός που μετέτρεψε το «τριφύλλι» σε (ευρωπαϊκό) κλαμπ και τον έκανε «Panathinaikos» σε κάθε γωνιά της «Γηραιάς Ηπείρου» δημιουργώντας χιλιάδες νέους φιλάθλους για το «τριφύλλι».

Το 1985, ο Παναθηναϊκός έφτασε μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, αποκλείοντας προηγουμένως τη Φέγενορντ, τη Λίντφιλντ και τη Γκέτεμποργκ, προτού σταματήσει απέναντι στην σπουδαία Λίβερπουλ. Το 1988 ακολούθησε η πορεία μέχρι τα προημιτελικά του Κυπέλλου UEFA, με την πρόκριση επί της Γιουβέντους να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές επιτυχίες της ομάδας. Και το 1996, ο Παναθηναϊκός επέστρεψε στα ημιτελικά της κορυφαίας ευρωπαϊκής διασυλλογικής διοργάνωσης, πλέον με την ονομασία Champions League, νικώντας τον Άγιαξ με 1-0 στο Άμστερνταμ, πριν αποκλειστεί στη ρεβάνς της Αθήνας.

Παράλληλα με τις μεγάλες αγωνιστικές επιτυχίες, ο «καπετάνιος» ήθελε να ισχυροποιήσει παντού το προφίλ και το στάτους του Παναθηναϊκού. Είχε δεκάδες συναντήσεις με προέδρους και ιδιοκτήτες άλλων μεγάλων ευρωπαϊκών κλαμπ τους οποίους προσκαλούσε συχνά στην Αθήνα, έδινε είτε ο ίδιος, είτε εκπρόσωπός του το «παρών» σε όλα τα μεγάλα ποδοσφαιρικά gala, επένδυε πολύ στις γνωριμίες, στις δημόσιες σχέσεις και στην οργάνωση του Παναθηναϊκού σε κάθε επίπεδο, προκειμένου να έχει χαρακτήρα ευρωπαϊκού κλαμπ κι όχι μίας… απλής ελληνικής ομάδας.

Η πιο σημαντική παρακαταθήκη του

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διάσταση της παρακαταθήκης του Γιώργου Βαρδινογιάννη. Δεν μεγάλωσε τον Παναθηναϊκό μόνο με τις μεταγραφές που πραγματοποίησε ή τους τίτλους που κατέκτησε. Επιχείρησε να τον μεγαλώσει ως οργανισμό, αλλάζοντας τις υποδομές του, έδωσε έμφαση στην ανάπτυξη παικτών και δημιούργησε τις συνθήκες για να λειτουργεί ο Παναθηναϊκός με διαφορετικές απαιτήσεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, ξεφεύγοντας απ’ τις «ελληνικές» νοοτροπίες.

Ο «Καπετάνιος» υπήρξε μια ισχυρή και συχνά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, με τον δικό του τρόπο διοίκησης, με τις συγκρούσεις του, με τα λάθη του, αλλά και με πάρα πολλές σπουδαίες κινήσεις που σημάδεψαν τη μακρά παρουσία του στον Παναθηναϊκό. Η αποτίμηση της πορείας του δεν χρειάζεται να παραγνωρίζει καμία από αυτές τις πλευρές. Χρειάζεται, όμως, να αναγνωρίζει και το αποτύπωμα των επιλογών του.

Γιατί οι μεγάλες ομάδες δεν κρίνονται μόνο από τα τρόπαια που σηκώνουν. Κρίνονται και από τις υποδομές που δημιουργούν, τους ποδοσφαιριστές που αναδεικνύουν, τη νοοτροπία που διαμορφώνουν και τη θέση που καταφέρνουν να κατακτήσουν στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Ο «Καπετάνιος» παρέλαβε έναν Παναθηναϊκό με μεγάλη ιστορία και μία σημαντική ευρωπαϊκή διαδρομή απ’ την εποχή του Γουέμπλεϊ, κι όχι μόνο προσπάθησε, αλλά κατάφερε να τον οδηγήσει στην επόμενη ημέρα: η Παιανία, η οργανωμένη δουλειά στις Ακαδημίες, οι τίτλοι και οι πορείες μέχρι τα ημιτελικά της Ευρώπης συνθέτουν το αποτύπωμα αυτής της προσπάθειας.

Και είναι ακριβώς εκεί που βρίσκεται η ουσία της δικής του εποχής: στην προσπάθεια να αποκτήσει ο Παναθηναϊκός όχι μόνο μια ομάδα που θα κερδίζει, αλλά και τη δομή ενός συλλόγου που θα μπορεί να στέκεται με αξιώσεις στο υψηλότερο επίπεδο.

Να είναι, με όλη τη σημασία της λέξης, «Panathinaikos»…

Κύλιση στην κορυφή