Η ελληνική στρατηγική έχει ως στόχο να μειώσει το ποσοστό υπερβαρότητας και παχυσαρκίας στα παιδιά από 37,5% το 2019 σε 24,5% έως το 2030
Τα σημαντικά αποτελέσματα της Εθνικής Δράσης κατά της Παιδικής Παχυσαρκίας παρουσίασε η Αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη, κατά την παρουσίαση των νέων Κατευθυντήριων Οδηγιών του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την ολοκληρωμένη διαχείριση της παχυσαρκίας σε παιδιά και εφήβους.
Περισσότερες από 2.000 οικογένειες έχουν ήδη λάβει δωρεάν διατροφική συμβουλευτική, ενώ από τις οικογένειες με παιδιά που αντιμετώπιζαν υπερβαρότητα ή παχυσαρκία, το 80% απέκτησε φυσιολογικό βάρος. Την ίδια ώρα, το ποσοστό διακοπής της συμβουλευτικής περιορίστηκε μόλις στο 12%, έναντι 40%-60% διεθνώς.
Παράλληλα, στα παιδιά που ολοκλήρωσαν έξι συνεδρίες, το 79% βελτίωσε το z-score του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), ενώ το ποσοστό έφτασε το 89% μεταξύ όσων ολοκλήρωσαν 12 συνεδρίες. Κλινικά σημαντική βελτίωση καταγράφηκε επίσης σε παιδιά με διαβήτη και υπέρταση που συνδέονται με την παχυσαρκία, σε ποσοστά 36% και 60% αντίστοιχα.
Η ελληνική στρατηγική έχει ως στόχο να μειώσει το ποσοστό υπερβαρότητας και παχυσαρκίας στα παιδιά από 37,5% το 2019 σε 24,5% έως το 2030. Η δράση υλοποιείται σε συνεργασία με τη UNICEF και υπό την ηγεσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η παιδική και εφηβική παχυσαρκία αποτελεί μία από τις πιο σοβαρές προκλήσεις δημόσιας υγείας παγκοσμίως, ενέχοντας μακροχρόνιους κινδύνους και επιβαρύνοντας την ποιότητα ζωής, την εκπαίδευση και την ευεξία των παιδιών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΠΟΥ, τα ποσοστά παχυσαρκίας στις ηλικίες 5-19 ετών αυξήθηκαν παγκοσμίως έως το 2024, με περισσότερα από 170 εκατομμύρια παιδιά και εφήβους να ζουν σήμερα με παχυσαρκία.
Για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης, ο ΠΟΥ εξέδωσε νέες οδηγίες που προωθούν οικογενειοκεντρικές, πολυπαραγοντικές παρεμβάσεις μέσω της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας. Στο πλαίσιο αυτό, ο Δρ Bruce Aylward, Γενικός Διευθυντής Προαγωγής Υγείας, Πρόληψης Νοσημάτων και Φροντίδας του ΠΟΥ, υπογράμμισε τον ηγετικό ρόλο της Ελλάδας, επισημαίνοντας ότι τα τελευταία χρόνια παράγει σταθερά μετρήσιμα αποτελέσματα. Όπως σημείωσε, η Ελλάδα αποτελεί μία από τις ελάχιστες χώρες παγκοσμίως που δεν περιορίζεται στην υιοθέτηση κατευθυντήριων οδηγιών, αλλά τις εφαρμόζει στην πράξη με αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα, δείχνοντας τον δρόμο σε άλλα κράτη-μέλη και υποστηρίζοντάς τα στην εφαρμογή παρόμοιων πολιτικών.
Στη δική της παρέμβαση, η Αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη, παρουσίασε την πρόοδο της Εθνικής Δράσης κατά της Παιδικής Παχυσαρκίας, η οποία υλοποιείται σε συνεργασία με τη UNICEF και υπό την ηγεσία του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, με σαφή στόχο τη μείωση του ποσοστού υπερβαρίας και παχυσαρκίας στα παιδιά από 37,5% (2019) σε 24,5% έως το 2030.
Η ελληνική προσέγγιση συνδυάζει την πρόληψη και την εξατομικευμένη υποστήριξη. Ενισχύοντας τον ρόλο της Εθνικής Επιτροπής Διατροφής για την καθοδήγηση του γενικού πληθυσμού, εκσυγχρονίζοντας το πλαίσιο λειτουργίας των σχολικών κυλικείων και μετατρέποντας την επιστημονική γνώση σε καθημερινές, υγιεινές συνήθειες και μέσω της εθνικής υπηρεσίας διατροφικής τηλεσυμβουλευτικής σε συνεργασία με το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο.
Πάνω από 2.000 οικογένειες έλαβαν δωρεάν διατροφική συμβουλευτική και εξ αυτών το 80% που είχαν υπερβαρότητα ή παχυσαρκία, απέκτησε φυσιολογικό βάρος. Το ποσοστό διακοπής ανήλθε μόλις στο 12%, έναντι 40-60% διεθνώς. Παράλληλα, το 51,3% των συμμετεχόντων προερχόταν από δήμους χαμηλού ή μεσαίου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, εξασφαλίζοντας ισότιμη πρόσβαση.
Στα παιδιά που ολοκλήρωσαν 6 συνεδρίες, το 79% βελτίωσε το z-score του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), ενώ στα παιδιά που ολοκλήρωσαν 12 συνεδρίες το ποσοστό άγγιξε το 89%. Κλινικά σημαντική βελτίωση σε παιδιά με διαβήτη και υπέρταση εξαιτίας της παχυσαρκίας σημειώθηκε στο 36% και 60% αντίστοιχα.
Επίσης καταγράφηκε διπλάσια έως τριπλάσια βελτίωση στη συμμόρφωση με τις διατροφικές συστάσεις, αύξηση της τήρησης των ενδεδειγμένων μερίδων από 19,6% σε 60,9%, καθώς και σημαντικές βελτιώσεις στον χρόνο οθόνης, τον υγειονομικό αλφαβητισμό και τη συνολική ποιότητα ζωής των παιδιών.
Όπως ανέφερε η Αναπληρώτρια Υπουργός Υγείας, Ειρήνη Αγαπηδάκη: «Πίσω από τους αριθμούς και τα διαγράμματα, βρίσκονται τα παιδιά μας και οι οικογένειές τους. Ο στόχος μας δεν ήταν ποτέ απλώς να αλλάξουμε έναν αριθμό στη ζυγαριά, αλλά να σταθούμε δίπλα σε κάθε γονιό και σε κάθε παιδί, προσφέροντάς τους τη φροντίδα, τη γνώση και την υποστήριξη που χρειάζονται για να χτίσουν μια πιο υγιή καθημερινότητα. Η αναγνώριση της προσπάθειάς μας από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας μας γεμίζει υπερηφάνεια, αλλά κυρίως μας γεμίζει ευθύνη. Αποδεικνύεται ότι όταν η φροντίδα είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη, συνεχής και προσβάσιμη σε όλους, χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις, μπορεί να κάνει πραγματική διαφορά στις ζωές των ανθρώπων.
Δεν σταματάμε εδώ. Συνεχίζουμε με την ίδια θέρμη και φροντίδα, ώστε κάθε παιδί σε κάθε γωνιά της Ελλάδας να έχει μια δίκαιη ευκαιρία να μεγαλώσει με υγεία, χαρά και ασφάλεια. Μετατρέπουμε τα επιστημονικά δεδομένα σε πράξη και την πράξη σε ένα υγιέστερο μέλλον για τα παιδιά μας.»















