Στο στόχαστρο της τουρκικής Δικαιοσύνης βρίσκεται ο πρώην πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου
Η Εισαγγελία της Άγκυρας ανακοίνωσε την Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου ότι εξέτασε αυτεπάγγελτα αναρτήσεις που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και περιείχαν δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού και υπουργού Οικονομικών της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου οι οποίες, κατά την κρίση των εισαγγελικών αρχών, ενδέχεται να εμπίπτουν στο αδίκημα της «προσβολής του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν». Η έρευνα διεξάγεται βάσει του άρθρου 299/1 του τουρκικού Ποινικού Κώδικα.
Το βίντεο που προκάλεσε την έρευνα
Στο επίμαχο απόσπασμα ο Αχμέτ Νταβούτογλου εμφανίζεται να απαντά με έντονο ύφος σε πολίτη που τον ρωτά για τη στάση που είχε κρατήσει την περίοδο κατά την οποία βρισκόταν στην κυβέρνηση.
Ο πρώην πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι, εάν δεν είχε αντιδράσει σε συγκεκριμένες πρακτικές, δεν θα είχε χάσει την πρωθυπουργία, ενώ εξαπολύει βαριές πολιτικές κατηγορίες για στελέχη που τον διαδέχθηκαν και για το περιβάλλον του Ερντογάν.
Μεταξύ άλλων, δηλώνει ότι ο ίδιος δεν έβαλε «ούτε μία μπουκιά παράνομου χρήματος» στο στόμα του και υποστηρίζει ότι είχε ζητήσει και από άλλους να πράξουν το ίδιο. Στη συνέχεια τους κατηγορεί ότι πλούτισαν τους ανθρώπους του στενού τους περιβάλλοντος, αναφέρεται στην υπουργοποίηση του γαμπρού του Ερντογάν και κάνει λόγο για προνομιακή μεταχείριση πέντε μεγάλων εργολάβων.
Σε άλλο σημείο του βίντεο ο Νταβούτογλου εμφανίζεται να λέει ότι, εάν δεν είχε αντιδράσει, θα μπορούσε και ο ίδιος να είχε παραμείνει πρωθυπουργός και να είχε αυξήσει την περιουσία του, όπως –κατά τον ισχυρισμό του– έκαναν πολιτικά πρόσωπα που ακολούθησαν.
Πρόκειται για πολιτικούς ισχυρισμούς του ίδιου του Νταβούτογλου και όχι για διαπιστωμένα από τη Δικαιοσύνη γεγονότα.
Το βίντεο είναι παλαιότερο απ’ όσο εμφανίζεται
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαδρομή του συγκεκριμένου βίντεο στο διαδίκτυο.
Ορισμένα σημερινά τουρκικά δημοσιεύματα το παρουσιάζουν ως ομιλία του Νταβούτογλου από το 2022. Ωστόσο, παλαιότερο δημοσίευμα του T24, με ημερομηνία 17 Απριλίου 2022, ανέφερε ήδη τότε ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα «επανήλθε στην επικαιρότητα». Σύμφωνα με εκείνο το δημοσίευμα, η συνομιλία είχε γίνει στο Μπίνγκιολ και είχε αναρτηθεί από τον Νταβούτογλου στο Facebook στις 11 Σεπτεμβρίου 2021.
Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις που εξετάζονται σήμερα από την Εισαγγελία δεν είναι πρόσφατες, αλλά είχαν δημοσιοποιηθεί σχεδόν πέντε χρόνια πριν και είχαν ήδη αναπαραχθεί ευρέως από τουρκικά μέσα τον Απρίλιο του 2022.
Υπάρχει πάντως ασυμφωνία μεταξύ των τουρκικών πηγών ως προς τον τόπο και τον ακριβή χρόνο καταγραφής. Ορισμένα σημερινά μέσα κάνουν λόγο για επίσκεψη στο Ντιγιάρμπακιρ τον Απρίλιο του 2022, ενώ το αρχειακό δημοσίευμα του T24 τοποθετεί τη συζήτηση στο Μπίνγκιολ και την ανάρτησή της στις 11 Σεπτεμβρίου 2021. Το βέβαιο είναι ότι το βίντεο κυκλοφορούσε δημόσια ήδη από την άνοιξη του 2022.
Γιατί κινήθηκε τώρα η Εισαγγελία
Σύμφωνα με τουρκικά μέσα, το παλιό απόσπασμα άρχισε να αναπαράγεται ξανά μαζικά στα social media στις 2 Σεπτεμβρίου 2026. Μία ημέρα αργότερα, η Εισαγγελία της Άγκυρας ανακοίνωσε την έναρξη της αυτεπάγγελτης έρευνας.
Στην ανακοίνωσή της η Εισαγγελία δεν διευκρινίζει ποια συγκεκριμένη φράση θεωρεί ότι υπερβαίνει τα όρια της πολιτικής κριτικής και μπορεί να χαρακτηριστεί προσβλητική για τον πρόεδρο. Αναφέρει μόνο ότι εξετάστηκαν οι αναρτήσεις που κυκλοφόρησαν στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και ότι, μετά την αξιολόγησή τους, αποφασίστηκε να ανοίξει επίσημη έρευνα κατά του Νταβούτογλου.
Η εισαγγελική αρχή σημειώνει ότι η διαδικασία «συνεχίζεται με προσοχή στο πλαίσιο της σχετικής νομοθεσίας».
Τι προβλέπει το περίφημο άρθρο 299
Το άρθρο 299 του τουρκικού Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης από ένα έως τέσσερα χρόνια για όποιον κριθεί ένοχος για προσβολή του προέδρου της Δημοκρατίας.
Εάν το αδίκημα θεωρηθεί ότι τελέστηκε δημοσίως, η ποινή μπορεί να αυξηθεί κατά το ένα έκτο. Παράλληλα, το ίδιο άρθρο προβλέπει ότι για να προχωρήσει η υπόθεση στο στάδιο της δίωξης απαιτείται άδεια του υπουργού Δικαιοσύνης.
Το συγκεκριμένο άρθρο αποτελεί εδώ και χρόνια σημείο έντονης πολιτικής και νομικής αντιπαράθεσης στην Τουρκία.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην υπόθεση «Vedat Şorli κατά Τουρκίας» το 2021, έκρινε ότι η καταδίκη πολίτη βάσει του άρθρου 299 είχε παραβιάσει την ελευθερία της έκφρασης. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η παροχή ιδιαίτερα αυξημένης προστασίας στον αρχηγό του κράτους απέναντι στην κριτική δεν συνάδει, κατά κανόνα, με το πνεύμα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Μάλιστα, τον Φεβρουάριο του 2026 κατατέθηκε στην τουρκική Εθνοσυνέλευση πρόταση νόμου για την κατάργηση του άρθρου 299. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ίδιας της τουρκικής Βουλής, η πρόταση εξακολουθεί να βρίσκεται στην Επιτροπή Δικαιοσύνης.
Η έρευνα έρχεται λίγο μετά την αποχώρηση Νταβούτογλου από την κομματική πολιτική
Το timing της εισαγγελικής έρευνας αποκτά πρόσθετο πολιτικό ενδιαφέρον επειδή ο Αχμέτ Νταβούτογλου είχε ανακοινώσει μόλις στα τέλη Ιουλίου ότι αποχωρεί από την ενεργό κομματική πολιτική.
Στις 29 Ιουλίου 2026 ανακοίνωσε ότι το Κόμμα του Μέλλοντος –το οποίο είχε ιδρύσει μετά τη ρήξη του με τον Ερντογάν και την αποχώρησή του από το AKP– θα τερμάτιζε την πολιτική του δραστηριότητα. Στις 22 Αυγούστου 2026, έκτακτο συνέδριο του κόμματος επικύρωσε επισήμως τη διάλυσή του.
Έτσι, η εισαγγελική έρευνα άνοιξε λιγότερο από δύο εβδομάδες μετά την επίσημη διάλυση του κόμματος που είχε ιδρύσει ο πρώην πρωθυπουργός.
Ο Νταβούτογλου υπήρξε επί χρόνια ένα από τα ισχυρότερα πρόσωπα του AKP και στενός συνεργάτης του Ερντογάν. Διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών και στη συνέχεια πρωθυπουργός, προτού οι σχέσεις των δύο ανδρών οδηγηθούν σε ρήξη. Το 2019 αποχώρησε από το κυβερνών κόμμα και ίδρυσε το Κόμμα του Μέλλοντος.
Η πρώτη πολιτική αντίδραση
Ανάμεσα στις πρώτες αντιδράσεις που καταγράφηκαν στην Τουρκία ήταν εκείνη της ανεξάρτητης βουλευτού του Ντενιζλί και πρώην αντιπροέδρου του Κόμματος του Μέλλοντος, Σέμα Σιλκίν Ουν.
Η Ουν υπενθύμισε ότι ο Νταβούτογλου είχε κάνει τις επίμαχες δηλώσεις όταν ήταν επικεφαλής του κόμματος και, αντιδρώντας στην εισαγγελική κίνηση, κάλεσε ουσιαστικά τις αρχές να στραφούν και εναντίον των τότε συνεργατών του, λέγοντας: «Αφού ανοίξατε έρευνα, ελάτε να δικάσετε και εμάς».
Μέχρι το απόγευμα της 3ης Σεπτεμβρίου δεν είχε καταγραφεί στα μεγάλα τουρκικά μέσα δημόσια τοποθέτηση του ίδιου του Αχμέτ Νταβούτογλου για τη νέα έρευνα.
Η υπόθεση, πάντως, αναμένεται να αποκτήσει ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, όχι μόνο λόγω του παρελθόντος του Νταβούτογλου δίπλα στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αλλά και επειδή επαναφέρει στο επίκεντρο μία από τις πιο αμφιλεγόμενες διατάξεις του τουρκικού Ποινικού Κώδικα: το άρθρο 299 και τα όρια ανάμεσα στην αυστηρή πολιτική κριτική και την ποινικά κολάσιμη «προσβολή του προέδρου».
Ο «γκιουλενιστής» Νταβούτογλου
Ο Αχμέτ Νταβούτογλου έχει βρεθεί αρκετές φορές στο στόχαστρο πολιτικών αντιπάλων του, οι οποίοι τον έχουν κατηγορήσει για υπερβολικά ήπια στάση απέναντι στο κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν, γνωστό στην Τουρκία ως FETÖ.
Οι σχετικές αιχμές εντάθηκαν μετά τη ρήξη του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και την αποχώρησή του από το AKP. Φιλοκυβερνητικοί κύκλοι υποστήριξαν τότε ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν είχε αντιμετωπίσει με την απαιτούμενη αυστηρότητα το δίκτυο Γκιουλέν κατά την περίοδο που βρισκόταν στην εξουσία.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκε και η συνάντηση που είχε ο Νταβούτογλου με τον Φετουλάχ Γκιουλέν στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2013, όταν ήταν υπουργός Εξωτερικών. Η επαφή αυτή χρησιμοποιήθηκε αργότερα από επικριτές του ως επιχείρημα για να αφήσουν αιχμές περί πολιτικών σχέσεων ή ανοχής προς το κίνημα.
Οι κατηγορίες αυτές επανέρχονται κατά διαστήματα στον τουρκικό δημόσιο διάλογο, κυρίως από κύκλους που θεωρούν ότι η απομάκρυνση Νταβούτογλου από το AKP συνδέθηκε με τη στάση του απέναντι σε εσωτερικές συγκρούσεις του κόμματος και του κράτους.
Ο ίδιος ο Νταβούτογλου έχει απορρίψει ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με το FETÖ και έχει υποστηρίξει ότι οι επαφές του με τον Γκιουλέν έγιναν στο πλαίσιο της τότε κυβερνητικής πολιτικής, σε μια περίοδο που το κίνημα δεν είχε ακόμη χαρακτηριστεί από την τουρκική κυβέρνηση ως τρομοκρατική οργάνωση.
















