Στην ελληνική πολιτική σκηνή, το φαινόμενο της ραγδαίας ανέλιξης προσώπων που συμπυκνώνουν την οργή, την απογοήτευση ή την ανάγκη του κόσμου για «νέο» δεν είναι καινούργιο. Ωστόσο, η πορεία του Στέφανου Κασσελάκη και, στη συνέχεια, της Μαρίας Καρυστιάνου ανέδειξε με τον πιο εμφατικό τρόπο ένα διαχρονικό μάθημα, η πολιτική δεν είναι αγώνας ταχύτητας 100 μέτρων, αλλά ένας εξαιρετικά απαιτητικός μαραθώνιος.
Η αρχική δυναμική και των δύο υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Αποτυπώθηκε ανάγλυφα στις δημοσκοπήσεις, με την κοινή γνώμη να δείχνει έτοιμη να αγκαλιάσει νέες φιγούρες που υπόσχονταν να σπάσουν το κατεστημένο. Ειδικά στην περίπτωση της Μαρίας Καρυστιάνου, το ρεύμα υποστήριξης υπήρξε ακόμη πιο ηχηρό, τροφοδοτούμενο από ένα ισχυρό συναισθηματικό υπόβαθρο και μια ευρεία κοινωνική συμπόρευση. Παρά την αρχική αυτή ορμή, όμως, η συνέχεια ακολούθησε ένα σχεδόν πανομοιότυπο μοτίβο αποδόμησης.
Η αιτία της ελεύθερης πτώσης που ακολούθησε στις δημοσκοπήσεις δεν ήταν τυχαία. Εντοπίζεται στην αδυναμία παραγωγής συγκροτημένου πολιτικού λόγου, στην ανεπάρκεια διαχείρισης κρίσεων και στην παντελή έλλειψη γνώσης για τη σωστή λειτουργία ενός πολιτικού φορέα. Η πολιτική απαιτεί συνθέσεις, βάθος θέσεων και στρατηγική—στοιχεία που δεν μπορούν να αντικατασταθούν αποκλειστικά από την αναγνωρισιμότητα ή τη συναισθηματική φόρτιση.
Παράλληλα, αμφότεροι απέτυχαν να ξεφύγουν από την παγίδα του «one man show» και του «one woman show». Η συγκέντρωση των πάντων γύρω από ένα μόνο πρόσωπο, χωρίς τη δημιουργία συλλογικών οργάνων και χωρίς τον σεβασμό στις εσωτερικές διαδικασίες, οδήγησε αναπόφευκτα σε εσωστρέφεια. Το αποτέλεσμα αυτής της αρχηγικής οπτικής ήταν οι μαζικές αποχωρήσεις στελεχών. Όταν ένα εγχείρημα βασίζεται αποκλειστικά στην προσωπική προβολή του ηγέτη, ακυρώνει την προσπάθεια των ανθρώπων που πλαισιώνουν την προσπάθεια, προκαλώντας φυγόκεντρες δυνάμεις και αποσυσπείρωση.
Για να αντέξει ένα πολιτικό εγχείρημα στον χρόνο, χρειάζεται αντοχές, πολιτική εμπειρία και, κυρίως, ένα συμπαγές πολιτικό σύνολο που διέπεται από κοινούς στόχους και ιδεολογία. Η πολιτική μάχη δίνεται καθημερινά στο πεδίο των προτάσεων και της θεσμικής σοβαρότητας.
Όσο ελκυστική κι αν φαίνεται η άμεση δημοφιλία, χωρίς στέρεες βάσεις, ιδεολογικό υπόβαθρο και ομάδα που λειτουργεί συλλογικά, η απότομη άνοδος μετατρέπεται γρήγορα σε ελεύθερη πτώση. Χωρίς αυτά τα δομικά στοιχεία, ακόμη και τα πιο υποσχόμενα ρεύματα της κοινωνίας κινδυνεύουν να καταγραφούν στην ιστορία απλώς ως ένα ακόμη πολιτικό πυροτέχνημα.















