Για την ανάγκη πιο ενεργής και ταχύτερης ευρωπαϊκής παρέμβασης, έκανε λόγο ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Βασίλης Κικίλιας, στο 2ο Οικονομικό Συνέδριο της Ημερησίας, επισημαίνοντας ότι οι εθνικοί προϋπολογισμοί έχουν καταρτιστεί για φυσιολογικές συνθήκες και όχι για συνθήκες πολέμου. «Η δική μου προτροπή, άποψη και αντίληψη επί του θέματος είναι ότι “χτες” πρέπει να γίνει αυτή η κίνηση», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να αξιοποιήσει εγκαίρως τα διαθέσιμα εργαλεία της. «Η ευρωπαϊκή οικογένεια και οι ευρωπαϊκές ηγεσίες πρέπει να καταλάβουν και να δουν ότι πρέπει να παρεμβαίνουν νωρίτερα και πιο έγκαιρα» σημείωσε ο κ. Κικίλιας, συνδέοντας την ανάγκη παρέμβασης με τις τουριστικές πτήσεις, τις ακτοπλοϊκές διασυνδέσεις και συνολικά τη στήριξη κρίσιμων τομέων της ελληνικής οικονομίας, όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία, οι υπηρεσίες και το real estate.
Αναφερόμενος, μάλιστα, στο ενδεχόμενο συνέχισης της κρίσης και τον Ιούνιο, ξεκαθάρισε ότι «πρόβλεψη δεν μπορώ να κάνω», υπογραμμίζοντας ότι η κυβέρνηση και το υπουργείο παρακολουθούν τις εξελίξεις μέρα με τη μέρα. «Η εμπλοκή σε ένα τέτοιο πολεμικό σενάριο, σε μια εποχή παγκόσμιας αστάθειας, είναι σχετικώς εύκολη. Η απεμπλοκή φαίνεται ότι είναι πολύ δυσκολότερη», είπε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας τη γεωστρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται σημαντικό μέρος της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και πρώτες ύλες κρίσιμες για τον πρωτογενή τομέα. «Η παγκόσμια οικονομία και το εμπόριο κινούνται κατά 80-90% δια θαλάσσης», σημείωσε, εξηγώντας ότι κάθε διατάραξη της ενεργειακής ή εμπορευματικής αλυσίδας έχει τεράστιες επιπτώσεις στις κοινωνίες.
Πιο συγκεκριμένα, για τον αντίκτυπο στην ακτοπλοΐα, ο κ. Κικίλιας υπενθύμισε ότι πέρυσι, μετά την παρέμβαση του υπουργείου και της κυβέρνησης, μειώθηκαν κατά 50% τα λιμενικά τέλη σε όλα τα λιμάνια της χώρας, με αποτέλεσμα να συγκρατηθούν οι τιμές των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, ενώ μέσω του ανταγωνισμού υπήρξαν εκπτώσεις έως και 32% σε εισιτήρια, αυτοκίνητα και καμπίνες. Όπως είπε, «φέτος η εξίσωση είναι δυσκολότερη, καθώς κάθε αύξηση 10 δολαρίων στην τιμή του πετρελαίου ισοδυναμεί με επιβάρυνση 10 εκατ. ευρώ στις τιμές του ακτοπλοϊκού καυσίμου». Υπενθύμισε, δε, ότι η κυβέρνηση έχει ήδη διαθέσει 57 εκατ. ευρώ για τη στήριξη της ακτοπλοΐας, ποσό που νομοθετήθηκε και διανέμεται στις ακτοπλοϊκές εταιρείες με βάση τις δαπάνες και το κόστος καυσίμου.
Σε ό,τι αφορά την πράσινη μετάβαση στη ναυτιλία, δήλωσε ότι η Ελλάδα στηρίζει τον στόχο για έναν πιο καθαρό πλανήτη και τη μείωση των εκπομπών άνθρακα, ξεκαθαρίζοντας, ωστόσο, ότι η μετάβαση πρέπει να γίνει με ρεαλισμό και σε ρυθμούς που μπορούν να αντέξουν οι κοινωνίες και η πραγματική οικονομία. «Θέλουμε να κληρονομήσουν τα παιδιά μας έναν καλύτερο πλανήτη, μια καλύτερη Ευρώπη, μια καλύτερη χώρα. Θέλουμε όμως να φτάσουν οι κοινωνίες μας, οι οικογένειές μας, οι πολίτες μας και οι χώρες μας να επιβιώσουν μέχρι το 2050 ή το 2100 για να χαρούν έναν καλύτερο πλανήτη», είπε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η πλήρης μετάβαση σε εναλλακτικά καύσιμα, που αυτή τη στιγμή δεν είναι διαθέσιμα, συνεπάγεται πολύ μεγάλο οικονομικό κόστος στις πλοιοκτήτριες εταιρείες, το οποίο στη συνέχεια θα μετακυλιστεί στις οικονομίες των κρατών και στην πραγματική οικονομία.
Συνοψίζοντας, ο κ. Κικίλιας τόνισε ότι η εντολή μιας κυβέρνησης και ενός υπουργού είναι να υπηρετεί πρώτα απ’ όλα τους πολίτες. «Για να υπηρετήσεις τους πολίτες, πρέπει να μπορούν στην καθημερινότητά τους να πηγαίνουν στη λαϊκή, στο σούπερ μάρκετ, στον μανάβη και στον χασάπη και η καθημερινότητά τους να είναι βιώσιμη», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η μετάβαση δεν μπορεί να οδηγήσει σε νέα πληθωριστική πίεση και επιβάρυνση της κοινωνίας. «Δεν θα το αντέξει η βιομηχανία, δεν θα το αντέξει η ελεύθερη οικονομία και η αγορά και κυρίως θα καταστρέψει τους ανθρώπους μας. Και αυτό δεν είμαστε διατεθειμένοι να το αφήσουμε να συμβεί», κατέληξε.












