του Δημοσθένη Δαββέτα
Ζούμε σε μια εποχή όπου η έννοια του «ρεαλισμού» έχει σχεδόν ταυτιστεί με εκείνη που θεωρεί την ανισότητα όχι μόνο αναπόφευκτη, αλλά και αναγκαία.
Η κοινωνική αδικία παρουσιάζεται ως φυσικός νόμος, η συγκέντρωση πλούτου ως κίνητρο προόδου, και η περιθωριοποίηση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας ως παράπλευρη απώλεια ενός συστήματος που όμως «λειτουργεί». Κι εδώ τίθεται το ερώτημα: τάχα μπορεί να υπάρξει μια άλλη μορφή ρεαλισμού που να μην ταυτίζεται με την αποδοχή της αδικίας;
Ο «ρεαλισμός» στην σύγχρονη πολιτική γλώσσα, λειτουργεί συχνά ως ιδεολογικό εργαλείο. Το «δεν γίνεται αλλιώς», σημαίνει «δεν θέλουμε να γίνει αλλιώς». Γιατί αυτός ο ρεαλισμός είναι συνδεδεμένος με μια οικονομική λογική που στηρίζει στην αγορά τη ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων. Κατ’ αυτην την λογική η ανισότητα θεωρείται φυσική συνέπεια, η κοινωνική κινητικότητα ατομική ευθύνη,και το κράτος έχει ρόλο διαχειριστή, όχι μετασχηματιστή.
Αυτή η αντίληψη είναι αντίθετη με την φιλοσοφική παράδοση που βλέπει την κοινωνία όχι ως φυσικό φαινόμενο, αλλά ως πεδίο ηθικής επιλογής. Ο Σωκράτης δεν αποδέχτηκε ποτέ ότι η ισχύς καθορίζει το δίκαιο αλλά ότι η δικαιοσύνη είναι υπεράνω συμφερόντων.
Πιο μετά ο Διαφωτισμός μας είπε ότι η κοινωνία δεν είναι δεδομένη, αλλά κατασκευή. Στο έργο του Rousseau, η ανισότητα δεν είναι φυσική αλλά ιστορική και δημιουργείται μέσα από θεσμούς που μπορούν να αλλάξουν.
Ο σύγχρονος όμως πολιτικός ρεαλισμός, τέκνο του Μακιαβέλι, υποστηρίζει ότι η πολιτική πρέπει να βασίζεται στη δύναμη και όχι στην ηθική. Η εξουσία, δεν χρειάζεται ιδεαλισμούς. Η οικονομική ανισότητα διαβρώνει τη δημοκρατία, καθώς η πολιτική εξουσία συγκεντρώνεται στους λίγους.
Άρα, μήπως ο πραγματικός ρεαλισμός δεν είναι η αποδοχή της αδικίας, αλλά η κατανόηση των συνεπειών της.
Για αιώνες, η δουλεία θεωρούνταν οικονομικά απαραίτητη. Οι υπερασπιστές της έλεγαν ότι η κατάργησή της θα κατέστρεφε την οικονομία. Κι όμως, καταργήθηκε — και η κοινωνία μετασχηματίστηκε. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η ιδέα ότι το κράτος πρέπει να παρέχει υγεία, παιδεία και κοινωνική προστασία θεωρούνταν ουτοπική. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έγινε πραγματικότητα σε πολλές χώρες. Η ανισότητα των φύλων παρουσιαζόταν ως φυσική. Σήμερα, αν και δεν έχει εξαλειφθεί, αμφισβητείται σε παγκόσμιο επίπεδο.
Κάθε μία από αυτές τις αλλαγές ξεκίνησε ως «μη ρεαλιστική».
Ας μην γελιόμαστε. λοιπόν. Όταν η αδικία ονομάζεται «αναγκαιότητα», απογυμνώνεται από την ηθική της διάσταση. Ο αντίλογος, επομένως, δεν είναι μόνο πολιτικός — είναι και γλωσσικός. Πρέπει να επανανοηματοδοτήσουμε τις έννοιες:
Ανισότητα: δεν είναι «κίνητρο», αλλά πρόβλημα.
Φτώχεια: δεν είναι «αποτυχία», αλλά κοινωνική συνθήκη.
Ανταγωνισμός : δεν είναι πάντα πρόοδος.
Ένας από τους βασικούς πυλώνες του αντίλογου είναι η έννοια της ευθύνης. Αν αποδεχτούμε ότι η κοινωνία είναι ανθρώπινη κατασκευή, τότε φέρουμε ευθύνη για τη μορφή της. Που σημαίνει ότι οι πολιτικές επιλογές έχουν ηθικές συνέπειες, η ουδετερότητα είναι συχνά συνενοχή κι η αποδοχή της αδικίας ως «ρεαλισμού» είναι μορφή παραίτησης.
Ο Καντ υποστήριξε ότι ο άνθρωπος πρέπει πάντα να αντιμετωπίζεται ως σκοπός και όχι ως μέσο. Αυτή η αρχή έρχεται σε άμεση σύγκρουση με μια κοινωνία που θυσιάζει τους πολλούς για τα κέρδη των λίγων.
Ο αντίλογος στον «ανήθικο» ρεαλισμό παράγεται στην πολιτική, στην τέχνη και τη φιλοσοφία. Η τέχνη έχει τη δύναμη να αποκαλύπτει την αδικία και να φαντάζεται εναλλακτικές πραγματικότητες. Καλλιτέχνες, συγγραφείς και διανοητές λειτουργούν ως «ανιχνευτές» της αλήθειας αποκαλύπτοντας τις αντιφάσεις του συστήματος, δίνοντας φωνή στους αόρατους, ανοίγοντας χώρο για νέα νοήματα.
Η φαντασία, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι φυγή από την πραγματικότητα, αλλά εργαλείο μετασχηματισμού της. Και βοηθά στο χτίσιμο ενός ρεαλισμού ηθικής και δικαιοσύνης.
Δημοσθένης Δαββέτας, Καθηγητής Φιλοσοφίας της Τέχνης ,ποιητής, εικαστικός, γεωπολιτιστικός αναλυτής














