Προ ημερησίας συζήτηση στη Βουλή σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών για την ποιότητα του κράτους δικαίου, των θεσμών και της λειτουργίας του ελληνικού κοινοβουλίου, ζητά ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης, με επιστολή που απέστειλε προς τον πρόεδρο του Σώματος, Νικήτα Κακλαμάνη.
«Μετά από μια δεκαετία βαθιάς οικονομικής κρίσης, οι πολίτες ανέμεναν και αξίωναν ένα διαφορετικό υπόδειγμα διακυβέρνησης, με διαφάνεια, λογοδοσία, αξιοκρατία και δικαιοσύνη. Είναι κοινός τόπος ότι οι ισχυροί θεσμοί και το στιβαρό κράτος δικαίου αποτελούν θεμέλιο πραγματικής ανάπτυξης και κοινωνικής ευημερίας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι χώρες που ήρθαν αντιμέτωπες με εξίσου βαθιά οικονομική κρίση κατάφεραν να ορθοποδήσουν γρηγορότερα λόγω της ανθεκτικότητας και της ακεραιότητας των θεσμών τους…
Ωστόσο, παρά τη μέχρι σήμερα πρόοδο, η εύρυθμη λειτουργία των δημοκρατικών και δικαιοκρατικών θεσμών στη χώρα μας, την Ελλάδα, παραμένει ακόμη, εν πολλοίς, ζητούμενο», τονίζει χαρακτηριστικά στην επιστολή του ο κ. Ανδρουλάκης και προσθέτει:
«H πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι το πλέον πρόσφατο από μια σειρά γεγονότων που αναδεικνύουν εμφατικά τις θεσμικές εκτροπές και την καταρράκωση του Κράτους Δικαίου στην χώρα μας. Το σκάνδαλο των παράνομων παρακολουθήσεων πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων, επιχειρηματιών, ανώτατων δικαστικών, του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων και του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ., μέσω του λογισμικού Predator αλλά και ευθέως από την υπαγόμενη στο Γραφείο Πρωθυπουργού Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ), συνιστά βαρύ πλήγμα στη δημοκρατική λειτουργία».
Όπως αναφέρει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, «αντί για πλήρη διαλεύκανση, ακολούθησε μια διαρκής προσπάθεια συγκάλυψης των κυβερνητικών ευθυνών, η οποία συνεχίζεται έως σήμερα» και επικαλείται:
1. «Την Εξεταστική Επιτροπή – φιάσκο, στην οποία η κυβερνητική πλειοψηφία αρνήθηκε να καλέσει μια σειρά από βασικούς μάρτυρες ώστε στη συνέχεια να προβεί στην προαποφασισμένη απαλλαγή όλων των εμπλεκόμενων πολιτικών προσώπων από τις ευθύνες τους.
2. Την αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου από την κυβερνητική πλειοψηφία με «νυχτερινή» διάταξη που τέθηκε στο τέλος ενός άσχετου νομοσχεδίου εκατοντάδων σελίδων που προέβλεπε… μέτρα κατά του COVID, χωρίς επαρκή αιτιολογία και παραπλανώντας τη Βουλή- και με την οποία επιβλήθηκε καθολική απαγόρευση ενημέρωσης των παρακολουθούμενων προσώπων για τους λόγους παρακολούθησής τους, με τη σχετική διάταξη να έχει ήδη κριθεί αντισυνταγματική από το Συμβούλιο της Επικρατείας.
3. Την άρνηση της ευρισκόμενης υπό την εποπτεία του Πρωθυπουργού ΕΥΠ να συμμορφωθεί με την ανωτέρω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και να μου χορηγήσει πλήρες αντίγραφο του φακέλου της παρακολούθησής μου.
4. Την εντελώς τυπική έρευνα, στην οποία προέβη η Εθνική Αρχή Διαφάνειας στις εμπλεκόμενες εταιρείες και στην ΕΥΠ, όπου κατά παραδοχή της προϊσταμένης της απλά ελέγχθηκαν οι συμβάσεις για το αν αυτές αναφέρονται σε πώληση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού.
5. Την αντισυνταγματική, χωρίς την απαιτούμενη πλειοψηφία και με την απολύτως αναγκαία και χωρίς προσχήματα συμβολή της Ελληνικής Λύσης, αλλαγή της σύνθεσης της Ολομέλειας της ΑΔΑΕ, ώστε να ελεγχθεί πλήρως η Ανεξάρτητη αυτή Αρχή και η έρευνά της.
6. Τις τραγικά καθυστερημένες έρευνες των Αρχών σε στενούς συνεργάτες των κατηγορουμένων και τις εμπλεκόμενες εταιρείες, οι οποίες στο μεταξύ είχαν εκκενώσει τα γραφεία και τις εγκαταστάσεις τους.
7. Τη στρεβλή, παράτυπη και αντίθετη στον σκοπό της λειτουργία της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής για τη διερεύνηση του σκανδάλου των παράνομων παρακολουθήσεων, που σύμφωνα με κατάθεση μάρτυρα στη δίκη του υποβλήθηκαν από βουλευτές της πλειοψηφίας ερωτήσεις εκ των προτέρων γνωστές στον ίδιο».
«Η πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών συνιστά καίριο θεσμικό γεγονός. Η καταδίκη τεσσάρων προσώπων για την παράνομη χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού “Predator” και η ρητή αναφορά σε ενδεχόμενη διερεύνηση περαιτέρω αξιόποινων πράξεων, μεταξύ των οποίων και αυτού της κατασκοπείας, διαψεύδει οριστικά το κυβερνητικό αφήγημα περί “αμιγώς ιδιωτικής υπόθεσης” και την αποποίηση των κυβερνητικών ευθυνών. Καταρρίπτει δε πλήρως και το περίφημο “πόρισμα” του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον οποίο είχε ανατεθεί η δικογραφία μετά από αφαίρεσή της από τους Εισαγγελείς Πρωτοδικών και ο οποίος μεταξύ άλλων είχε απορρίψει και κάθε ένδειξη τέλεσης του αδικήματος της κατασκοπείας», υπογραμμίζει στην ίδια επιστολή ο κ. Ανδρουλάκης και συμπληρώνει:
«Όταν αποδεικνύεται η ύπαρξη οργανωμένου μηχανισμού παρακολούθησης σε βάρος δεκάδων πολιτικών, δικαστικών και στρατιωτικών προσώπων, η σιωπή του Πρωθυπουργού δεν μπορεί να εκληφθεί ως ουδετερότητα, αλλά ως πολιτική υπεκφυγή, εγείροντας ταυτόχρονα αμείλικτα ερωτήματα, στα οποία η Κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει».
Τέλος, ο κ. Ανδρουλάκης κάνει λόγο για «εικόνα βαθιάς θεσμικής παρακμής, που δεν αξίζει στην Ελλάδα και στον ελληνικό λαό», τονίζοντας ότι «τα τελευταία επτά χρόνια, με ευθύνη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, διαμορφώνεται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο σοβαρής θεσμικής υποχώρησης, το οποίο χαρακτηρίζεται από υποθέσεις που πλήττουν τη θεσμική τάξη..» αναφέροντας μεταξύ άλλων «τις συνεχείς περιπτώσεις παραβίασης ή καταστρατήγησης του Συντάγματος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το άρθρο 86 του Συντάγματος για την ποινική ευθύνη των Υπουργών, με στόχο τη συγκάλυψη των κυβερνητικών ευθυνών τόσο στο πλαίσιο του εγκληματικού δυστυχήματος των Τεμπών όσο και, πιο πρόσφατα, στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ…».
«Η Μεταπολίτευση οικοδόμησε ένα πλαίσιο δημοκρατικής σταθερότητας που άντεξε ακόμη και στις σφοδρότερες οικονομικές και κοινωνικές δοκιμασίες. Σήμερα, όμως, αντί να ενισχύεται, αποδυναμώνεται. Η λογοδοσία περιορίζεται, η θεσμική ισορροπία διαταράσσεται και η διαφάνεια υποχωρεί. Η αυξανόμενη δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς δεν είναι συγκυριακή αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών της Κυβέρνησης. Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο -τέλη 2024- μόλις το 32% των πολιτών δηλώνει εμπιστοσύνη στην προστασία του κράτους δικαίου, επίδοση που κατατάσσει την Ελλάδα στην τελευταία θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η χώρα δεν αντέχει έναν νέο κύκλο απαξίωσης των θεσμών και διάρρηξης της εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δημοκρατία.
Το ΠΑΣΟΚ έχει διαχρονικά ταυτιστεί με τη θεσμική θωράκιση της Δημοκρατίας. Οι Ανεξάρτητες Αρχές, το ΑΣΕΠ, η Διαύγεια, η Ανοιχτή Διακυβέρνηση και η αιρετή Αυτοδιοίκηση αποτελούν συγκεκριμένες θεσμικές τομές που ενίσχυσαν τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και τον έλεγχο της εξουσίας», καταλήγει ο κ. Ανδρουλάκης.















