Της Αλεξία Χαρακίδα
Η χρήση ναρκωτικών ουσιών από τη νεολαία αποτελεί ένα έντονο κοινωνικό και νομικό φαινόμενο, που προκαλεί σοβαρές συνέπειες στην ψυχική και σωματική υγεία, στις κοινωνικές σχέσεις και στην ακαδημαϊκή ή επαγγελματική πορεία των νέων.Τα ναρκωτικά αποτελούν μια σιωπηλή απειλή· η εξάρτηση από ουσίες εξελίσσεται συνήθως αθόρυβα, συχνά χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτή από το περιβάλλον των νέων, ενώ οι μακροχρόνιες συνέπειες πλήττουν την ψυχική και σωματική τους υγεία, τις κοινωνικές τους σχέσεις και, σε μικρές κοινωνίες, το σύνολο της κοινότητας. Η εξάρτηση από ουσίες δεν εμφανίζεται ξαφνικά· συχνά ξεκινά με περιέργεια, επιρροή από το κοινωνικό περιβάλλον ή ανάγκη διαχείρισης ψυχικών δυσκολιών, και εξελίσσεται αθόρυβα σε μακροχρόνιο πρόβλημα. Η ένταση του φαινομένου είναι εμφανής όχι μόνο στις μεγάλες πόλεις αλλά και σε μικρότερες κοινωνίες, όπου η κοινωνική πίεση, η περιορισμένη ανωνυμία και η ελλιπής πρόσβαση σε υποστηρικτικά δίκτυα ενισχύουν την ευαλωτότητα των νέων και δυσχεραίνουν την πρόληψη.
Οι παράγοντες που οδηγούν τους νέους στη χρήση ναρκωτικών είναι πολυπαραγοντικοί. Η πίεση των συνομηλίκων, η αναζήτηση ταυτότητας, η περιέργεια και η ανάγκη αυτονομίας συνδυάζονται με ψυχικές δυσκολίες, όπως άγχος, κατάθλιψη ή τραυματικές εμπειρίες, δημιουργώντας ένα περιβάλλον υψηλού κινδύνου. Η χρήση ουσιών συχνά λειτουργεί ως προσωρινός μηχανισμός ανακούφισης από ψυχικά βάρη ή κοινωνικές δυσκολίες, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο που καταλήγει στην εξάρτηση. Επιπλέον, κοινωνικές συνθήκες όπως η οικονομική αβεβαιότητα, η έλλειψη ευκαιριών και η κοινωνική απομόνωση ενισχύουν την πιθανότητα έναρξης χρήσης, ιδίως σε περιοχές όπου η κοινότητα είναι μικρή και η κοινωνική επίβλεψη έντονη.
Το νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα, και ιδιαίτερα ο Νόμος 4139/2013 περί Εξαρτησιογόνων Ουσιών, συνδυάζει ποινική καταστολή και μέτρα πρόληψης. Η κατοχή, η χρήση και η διακίνηση ναρκωτικών τιμωρούνται, ενώ παράλληλα προβλέπονται προγράμματα θεραπείας, κοινωνικής στήριξης και επανένταξης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους ανηλίκους, για τους οποίους η προσέγγιση είναι κυρίως θεραπευτική και προληπτική, με στόχο την αποφυγή ποινικοποίησης και την προώθηση μέτρων που ενισχύουν την ψυχική υγεία και την κοινωνική ενσωμάτωση. Παρά ταύτα, το ισχύον πλαίσιο συχνά δεν επαρκεί, ιδίως σε περιοχές όπου οι δομές πρόληψης και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης είναι περιορισμένες, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη εκσυγχρονισμένων πολιτικών και θεσμικών παρεμβάσεων.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί πολυδιάστατη και συντονισμένη προσέγγιση. Εκτός από την εφαρμογή και τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας, είναι απαραίτητη η ενίσχυση των δομών ψυχικής υγείας για νέους, η ανάπτυξη εκπαιδευτικών και ενημερωτικών προγραμμάτων στα σχολεία που να εστιάζουν στην ψυχική ανθεκτικότητα και στην ανάπτυξη δεξιοτήτων αντιμετώπισης κρίσεων, η δημιουργία συμβουλευτικών υπηρεσιών και ομάδων υποστήριξης, καθώς και η κοινωνική ευαισθητοποίηση για την αποστιγματοποίηση της χρήσης ουσιών. Παράλληλα, η Πολιτεία οφείλει να συντονίσει τις δράσεις σχολείων, κοινωνικών υπηρεσιών και δικαστικών αρχών, ώστε η πρόληψη, η θεραπεία και η επανένταξη να αντικαταστήσουν την καθαρά κατασταλτική προσέγγιση και να προσφέρουν εναλλακτικές στα νέα άτομα για την αποφυγή εξάρτησης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι μικρές κοινωνίες αποτελούν μια ειδική παράμετρο, όπου η κοινωνική πίεση και η έλλειψη ανωνυμίας απαιτούν επιπλέον προσοχή και ειδικά προσαρμοσμένα προγράμματα παρέμβασης, χωρίς όμως να κυριαρχεί η αναφορά σε αυτές σε όλο το φαινόμενο.
Συμπερασματικά, η χρήση ναρκωτικών από τους νέους είναι ένα σύνθετο φαινόμενο με σοβαρές συνέπειες στην ψυχική υγεία και την κοινωνική συνοχή. Η πρόληψη και η θεραπεία πρέπει να αποτελούν τον κύριο άξονα της Πολιτείας, η οποία έχει την αυριανή θεσμική υποχρέωση να διασφαλίσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προστασίας της νεολαίας, συνδυάζοντας εκσυγχρονισμένο νομικό πλαίσιο, ψυχοκοινωνική στήριξη, εκπαιδευτικά προγράμματα και κοινωνική ευαισθητοποίηση, ώστε η σιωπηλή απειλή των ναρκωτικών να μετατραπεί σε προοπτική προστασίας, ενδυνάμωσης και ασφαλούς ανάπτυξης των νέων.
H Αλεξία Χαρακίδα έχει σπουδάσει Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνική Διοίκηση ΔΠΘ, ΠΜΣ Δημοσιογραφία και Νέα Μέσα ΕΚΠΑ, ΠΜΣ Δημόσιο Δίκαιο και Δημόσια Πολιτική ΕΚΠΑ και είναι Υποψήφια Διδάκτωρ Νομικής Αθηνών.















